Δευτέρα 4 Ιουνίου 2012

Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ ΠΑΝΟΡΜΙΤΗΣ ΤΗΣ ΣΥΜΗΣ

Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ ΠΑΝΟΡΜΙΤΗΣ ΤΗΣ ΣΥΜΗΣ

Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ ΠΑΝΟΡΜΙΤΗΣ ΤΗΣ ΣΥΜΗΣ



ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ
Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ ΠΑΝΟΡΜΙΤΗΣ ΤΗΣ ΣΥΜΗΣ
 +Αρχιμ. Δανιήλ Γούβαλη
(1940-2009)

     Ο θαυματουργός Πανορμίτης της Σύμης. Τώρα θα χτυπηθή το κακό της απιστίας από Αρχαγγελικό χέρι. Βορειοδυτικά της Ρόδου, δεκαέξι μίλλια μακρυά, δυόμιση περίπου ώρες με το καράβι, βρίσκε­ται ένας μικρός παράδεισος τού Αιγαίου, το όμορφο δη­λαδή νησί της Σύμης με τους πολλούς κόλπους και όρ­μους και λιμάνια και ακρωτήρια. Κλίμα υγιεινό. Ζωή γε­μάτη ηρεμία, γαλήνη και απλότητα ανάμεσα σε καλό­καρδους ψαράδες και σφουγγαράδες. Και παντού μία ατμόσφαιρα πατροπαράδοτης ευσέβειας.
Στα νότια τού νησιού, στον μυχό ενός γραφικού λιμανιού προβάλλει χτισμένο επάνω σε βράχους το ιστορικό Μοναστήρι τού Πανορμίτη, δηλαδή τού Αρχαγγέλου Μι­χαήλ. Εκεί φυλάσσεται η θαυματουργή εικόνα τού Αρ­χαγγέλου.
Ο Ταξιάρχης Μιχαήλ θεωρείται πατέρας, οδηγός, φρουρός και προστάτης τού Συμιακού λαού. Είναι το καμάρι τους, η δόξα τους, η κορώνα τους. Το καταφύγιο τους σ' όλες τις θλίψεις που τους προξενεί η θάλασσα και η κάθε δυσκολία της ζωής. Τον ευλαβούνται στο έπακρο. Τού έχουν αφιερώσει πολυάριθμους Ναούς και Μονα­στήρια. Παίρνουν το όνομά του: Μιχάλης, Ταξιάρχης,
Πανορμίτης, Παερμιώτης, Μιχαλία, Μιχαλάκενα. Μά­λιστα τα παιδιά που γεννήθηκαν ύστερα από θαύμα του, οπωσδήποτε — σύμφωνα και με το τάμα των γονέων τους— παίρνουν το όνομά του.
 Το Μοναστήρι τού Πανορμίτη δεν είναι μόνο Συμιακό προσκύνημα, αλλά πανδωδεκανησιακό, για να μη πούμε πανελλήνιο. Κυρίως προσκύνημα των ναυτικών. Όλο τον χρόνο καταφθάνουν εκεί χιλιάδες προσκυνητές, προβαίνουν στην εξής παράδοξη ενέργεια. Βάζουν σ' ένα ξύλινο κιβώτιο κερί, λιβάνι, λάδι, χρήματα, χαρτί με ονόματα, τάματα, το κλείνουν καλά, πλησιάζουν στην άκρη τού πλοίου και με προσευχές, με ψαλμωδίες — «Των ουρανίων στρατιών Αρχιστράτηγε...» — και θρησκευτική κατάνυξι το πετούν στην θάλασσα, για να το παραλαβή αυτή και να το οδηγήση στο Μοναστήρι τού Πανορμίτη.
 Μετά από λίγες ημέρες ή εβδομάδες παίρνουν την απάντησι: «Ελάβαμε τα αφιερώματά σας. Προσευχηθήκαμε για σας. Η ευχή τού Αρχαγγέλου να είναι πάντοτε μαζί σας». Ή «Ελάβαμε το αφιέρωμα σας, ήτοι τους τρεις μύλους, το κερί, τον ξυλαλά (=μοσχολίβανο), το λιβάνι, το λάδι και τ’ ασημένια μάτια. Η ευχή τού Αρχαγγέλου μαζί σας».
 Συζητώντας κανείς με ναυτικούς μαθαίνει πολλά για τον περίεργο πλουν προς τον Πανορμίτη.
 Πρόσφατα γνωρισθήκαμε με κάποιον συνταξιούχο πλοίαρχο και γενομένης συζητήσεως μας διηγήθηκε τα επόμενα:
 «Το 1947 ως υποπλοίαρχος ταξείδευα με το φορτηγό «Αργολικός» τού Εμπειρίκου. Αφήσαμε πίσω μας την Αλεξάνδρεια και κατευθυνόμασταν για την Κωνσταντι­νούπολη όπου θα παίρναμε μετάλλευμα για την Αμερική. Προσπερνώντας την Ρόδο ο Συμιακός τιμονιέρης τού πλοίου μου λέει: «Καπετάνιε, εκεί μακρυά στο βάθος βρίσκεται η Σύμη με τον Πανορμίτη. Αν πετάξουμε ένα μπουκάλι στην θάλασσα, πηγαίνει μόνο του». Υιοθέτησα την πρότασί του, και μαζί με τον πλοίαρχο βάλαμε μέσα ονόματα, διευθύνσεις, ένα γράμμα, δέκα δολλάρια, το κλείσαμε καλά και το ρίξαμε στα νερά. Μετά από δύο εβδομάδες η σύζυγος μου στην Αθήνα έλαβε επιστολή από το Μοναστήρι. Σχετικά με το πως έφθασε το αποσταλέν στον προορισμό του ήταν γραμμένα τα εξής: «Ένας βαρκάρης έπλεε σε μικρή απόστασι από το Μοναστήρι. Είδε το μπουκάλι να κατευθύνεται προς τα εδώ. Σκέφθηκε πως κάποιοι ευσεβείς το έρριξαν από μακρυά. Σκύβει, το παίρνει και μας το παραδίδει».
 Αν δεν βρισκόταν μία Συμιακή γειτόνισσά της δεν μπορούσε να καταλάβη τί­ποτε από την υπόθεσι. «Αφού πρόκειται ο σύζυγός σας — έγραφαν μεταξύ των άλλων οι Επίτροποι της Μονής — να πάη στην Αμερική, τον παρακαλούμε να μας στείλη μία γραφομηχανή, γιατί την έχουμε ανάγκη». Πληροφο­ρήθηκα το καθέκαστα γεμάτος συγκίνησι. Ανταποκρί­θηκα πρόθυμα και στο αίτημα τους. Από τότε κάθε χρόνο πηγαίνω στην χάρι του. Ο Ηγούμενος μου λέει χαμο­γελώντας πως η γραφομηχανή υπάρχει ακόμη και μου την δείχνει. Κάποτε που αρρώστησα βαρεία και επρόκειτο να υποβληθώ και σε εγχείρησι είδα στον ύπνο μου τον Αρχάγγελο. Με επεσκέφθηκε για να μου προαναγγείλη την επιτυχία της εγχειρήσεως».
 Δηλαδή εκείνο που θα πέση στην θάλασσα, κατά τρόπο ανεξιχνίαστο, μυστηριώδη, θαυματουργικό αράζει στο λιμάνι τού ΠανορμίτηΕίναι συνηθισμένο το φαινό­μενο να βλέπη κανείς σ' αυτό το λιμάνι να επιπλέουν κουτιά, μικρά καραβάκια με λιβάνι, ξύλινα μπαούλα, μπου­κάλια με λάδι κλπ. που εστάλησαν όχι μόνο από το Κρη­τικό πέλαγος ή το Αιγαίο ή το Ιόνιο ή την Δυτική Μεσό­γειο, αλλά ακόμη και από τον Ατλαντικό ωκεανό.
 Αυτός είναι ο Μεγαλόχαρος της Σύμης! Αιώνες τώρα επιτελείται η παράδοξη αυτή θαυματουργία. Κάποτε μά­λιστα που η Μονή είχε οικοδομικές ανάγκες, στο λιμάνι τού Πανορμίτη, ήρθαν — ποιος ξέρει από πόσο μακρυά; — όσες σανίδες χρειάζονταν. Αυτή είναι η πίστις η Χριστια­νική. Κι' όποιος θέλει να την ενισχύση περισσότερο, ας επιχείρηση ένα ταξείδι στην Σύμη. Έτσι θα βεβαίωση αυτοπροσώπως «τού λόγου το ασφαλές».

 
ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ «ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ»
Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον    www.egolpion.com

Όσοι έχουν διαβάσει το συγκεκριμένο άρθρο συνήθως διαβάζουν επίσης τα παρακάτω:

Πέμπτη 24 Μαΐου 2012

Το Φιλανθρωπικό και Κοινωνικό Έργο της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών.

Φιλανθρωπικό Έργο Το Φιλανθρωπικό και Κοινωνικό Έργο της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών αναπτύσσεται από την Χριστιανική Αλληλεγγύη και την φιλανθρωπική εταιρεία “ΑΠΟΣΤΟΛΗ”. Δράσεις, προγράμματα και ένα μεγάλο δίκτυο ιδρυμάτων εξυπηρετούν καθημερινά ευπαθείς κοινωνικές ομάδες του πληθυσμού. Κληρικοί, έμπειρα καταρτισμένα στελέχη και εθελοντές της Ιεράς Αρχιεπισκοπής στέκονται στο πλευρό των ανθρώπων που έχουν ανάγκη. Η Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών την πενταετία 2010 – 2015 έχει θέσει ως προτεραιότητες τα ακόλουθα: Ενίσχυση και αναβάθμιση του προγράμματος σίτισης της Ι.Α.Α. και των ενοριών της (ήδη διανέμονται ημερησίως 10.000 μερίδες φαγητού σε συνανθρώπους μας). Ενίσχυση του προγράμματος Ταβιθά που αφορά στην ένδυση προσφύγων, μεταναστών και απόρων. Ανοικτή γραμμή καταπολέμησης της φτώχειας μέσω τηλεματικού κέντρου. Ίδρυση δικτύου Κοινωνικών Παντοπωλείων. Επαγγελματική ένταξη ευάλωτων ομάδων πληθυσμού (ΑμΕΑ, μεταναστών, μακροχρόνια ανέργων, ατόμων σε κατάσταση φτώχειας κ.λπ.). Λειτουργία Πολυδύναμου Κέντρου για την ανάπτυξη επαγγελματικών δεξιοτήτων. Ψηφιακό Κέντρο συμβουλευτικής υποστήριξης της κοινωνικής επανένταξης και της απασχόλησης ευαίσθητων κοινωνικών ομάδων. Παροχή υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας σε ευπαθείς ομάδες πληθυσμού με τη δημιουργία Κινητών Μονάδων παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας υγείας και περίθαλψης προς αστέγους, μετανάστες, χρήστες ουσιών κ.λπ. Παροχή υπηρεσιών πρόνοιας και κοινωνικής υποστήριξης σε ευάλωτες ομάδες πληθυσμού με τη δημιουργία Κέντρου Άμεσης Κοινωνικής Βοήθειας για την υποστήριξη ατόμων σε κρίση (θύματα trafficking, κακοποιημένες γυναίκες, ουσιοεξαρτημένα άτομα). Ίδρυση και Λειτουργία Κέντρου Κοινωνικής Επανένταξης Απεξαρτημένων Ατόμων σε κτήριο της οδού Ιουλιανού. Ίδρυση και λειτουργία Κέντρου Πόνου Ασθενών με ανίατες νόσους ή σε τελικό στάδιο. Εκσυγχρονισμός, αναβάθμιση και επέκταση λειτουργίας ειδικής μονάδας προστασίας και περίθαλψης μη αυτοεξυπηρετούμενων ηλικιωμένων. Αμφίδρομη διαδικτυακή πλατφόρμα ψυχολογικής υποστήριξης και συμβουλευτικής καθοδήγησης για εφήβους. Ενίσχυση του δικτύου υποστήριξης νοητικά και ψυχικά ασθενών με τη δημιουργία Μονάδας Αντιμετώπισης της νόσου Alzheimer και συγγενών διαταραχών στο Καρέλλειο Ίδρυμα. Δημιουργία Κέντρου Ημέρας και Κέντρου Εκπαίδευσης αυτιστικών παιδιών στα Πατήσια. Ανάπτυξη και λειτουργία δύο Στεγών Υποστηριζόμενης Διαβίωσης για Άτομα με νοητική υστέρηση και σύνδρομο Down του ιδρύματος Μ. Κόκκορη. Πρόγραμμα δικτύωσης εκκλησιαστικών δομών Ψυχικής Υγείας και κατάρτισης στελεχών, προσωπικού, εκπαιδευτών και φροντιστών. Δημιουργία ολοκληρωμένου Κέντρου Γεροντολογίας στο Πολυδένδρι (Καπανδρίτι). Ενίσχυση του εθελοντισμού και αύξηση της αποτελεσματικότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών κοινωνικής φροντίδας. Ανάπτυξη προγραμμάτων κατάρτισης εκκλησιαστικών στελεχών για την ορθή και αποτελεσματική αντιμετώπιση των αναγκών ευπαθών ομάδων του πληθυσμού.

Τρίτη 22 Μαΐου 2012

Απάντηση στις θέσεις του κόμματος "Δημιουργία Ξανά!" για την Εκκλησία



tzimerosΜία ενδιαφέρουσα επιστολή - απάντηση στον κ. Θάνο Τζήμερο για τις θέσεις του κόμματος "Δημιουργία Ξανά'', περί «Σχέσεων Κράτους-Εκκλησιών» απέστειλε πρόσφατα ο κ. Ανδρέας Σταλίδης, δημιουργός του antibaro.gr την οποία και σας παραθέτουμε:
"Αγαπητέ κ. Τζήμερε,

Συγχαρητήρια για την εκλογική σας επίδοση στις 6 Μαΐου. Λαμβάνω το θάρρος για αυτήν την επιστολή επειδή είστε ένας από τους λίγους πολιτικούς αρχηγούς, οι οποίοι απάντησαν στις ερωτήσεις του ηλεκτρονικού debate του Αντίβαρου, και μάλιστα αρκετά εύστοχα.
Σας γράφω λοιπόν επειδή μου έκανε εντύπωση το στίγμα της «Δημιουργίας, Ξανά!», όπως το εκφράσατε εν γένει δημοσίως και ειδικά το «πολιτική χωρίς πολιτικούς», την έμφασή σας στο αίτιο της κρίσης ως το μοντέλο «Σοβιέτ», το οποίο υιοθέτησε η χώρα μας για δεκαετίες και την άνεση με την οποία καταγγέλετε ταυτόχρονα τους θαυμαστές του Χίτλερ και του Στάλιν. Απογοητεύτηκα όμως σφόδρα όταν διάβασα τις θέσεις σας για τις σχέσεις «Κράτους-Εκκλησιών».
Ο φρέσκος πολιτικός σας λόγος, προερχόμενος από βιώματα και εμπειρία στον ιδιωτικό τομέα (ο οποίος έχει πράγματι αφανιστεί από την Ελλάδα και ως ιδιωτικός τομέας εμφανίζεται μία νομενκλατούρα διαπλεκόμενων με το δημόσιο λειτουργώντας ως πελάτης του), στο πεδίο αυτό των θέσεων του κόμματος έλκεται από στείρα στερεότυπα της αριστεράς. Ξεκινώ από κάποιες γενικές αρχές, τις οποίες θεωρώ πολύ σημαντικές. Κατόπιν, συνεχίζω θέτοντας ορισμένα γεγονότα τα οποία ανατρέπουν συγκεκριμένες θέσεις σας, ελπίζοντας να ληφθούν υπόψιν όλα αυτά.

Γενικές αρχές

Μία οξυδερκής θεώρηση της ελληνικής ιστορίας, όσο και κοινωνίας, όταν δεν εμφορείται από τις αγκυλώσεις της αριστερής διανόησης η οποία έχει επικρατήσει στην άρχουσα πολιτική κουλτούρα τα τελευταία 30 χρόνια, διαβλέπει ότι η σχέση έθνους και θρησκείας στην Ελλάδα είναι δαιφορετική και όχι συγκρίσιμη με το τι γίνεται στην Ευρώπη.
Είναι λάθος ανάγνωση και οδηγεί σε λάθος θέσεις, να συγκρίνει κανείς τον ρόλο και τη θέση της Εκκλησίας ως οργανισμού, αλλά και ως πεποίθησης σε λαϊκό επίπεδο στην Ελλάδα, με την καταπίεση αιώνων από τη Ρωμαιοκαθολική απολυταρχία και το σύμπλεγμα θρησκείας και αυταρχισμού στη Δύση για αιώνες –μέχρι και τον Φράνκο κατά το δεύτερο μισό του αιώνα που πέρασε.
Μία πολιτική θέση, η οποία θα πρωτοτυπεί απέναντι στο τρέχον πολιτικό σύστημα σήψης και θα αποπειράται να διατυπώσει μία πρόταση λειτουργική για την ελληνική κοινωνία δεν μπορεί να αναπαράγει τις ιδεοληψίες συγκεκριμένων χώρων, αλλά να λαμβάνει υπόψη δημιουργικά τις ελληνικές ιδιαιτερότητες εν προκειμένω.
Συγκεκριμένα: η θρησκεία στην Ελλάδα δεν είναι απλά ένας μεσαιωνικός εξουσιαστικός φορέας, ο οποίος κράτησε κάποια από τα προνόμιά του και στο νεωτερικό κράτος δημιουργώντας μία παθογενή σχέση με διάρκεια ως σήμερα, όπως προκύπτει από το πλαίσιο των θέσεων της ‘Δημιουργίας Ξανά’ όπως αυτό παρουσιάζεται στην ιστοσελίδα σας.
Τουναντίον, σαν διοικητικός θεσμός ήταν πάντα ιστορικά πιο αδύνατος και υποταγμένος παρά το αντίθετο. Στη δε σύγχρονη ιστορία, ας μην λησμονούμε πως η αφετηρία του νεοελληνικού κράτους ήταν η απόπειρα πλήρους εκμηδένισης της θεσμικής παρουσίας της Ελλαδικής Εκκλησίας στην πρώιμη Βαυαροκρατία. Πολλά από τα εκκλησιαστικά στοιχεία τα οποία διανθίζουν κρατικές εκφάνσεις ή εκδηλώσεις σήμερα, είναι ακριβώς το αντίθετο από αυτό που υπονοείται στις θέσεις σας: στην ουσία είναι «κατακτήσεις» τις οποίες η αδυναμία της πρώιμης Βαυαροκρατίας να φτιάξει ένα λειτουργικό κράτος με τις αφετηριακές της αξίες, και η αντιδρώσα κοινή γνώμη, επέβαλλαν σταδιακά κατά την περίοδο του ρομαντισμού. Το πιο χαρακτηριστικό (αλλά σίγουρα μόνο ως ένα από πληθώρα αντίστοιχων περιπτώσεων) παράδειγμα αποτελεί η Συνταγματική υποχρέωση να είναι Ορθόδοξος ο αρχηγός του κράτους. Ήταν πάνδημο αίτημα για πάνω από 50 χρόνια ελεύθερου κρατικού βίου, το οποίο η εξουσία σνομπάριζε επίμονα, συστηματικά και επιδεικτικά –μέχρι την κατοχύρωση της κατά την πρώτη δεκαετία του Γεωργίου Α’.

Κυρίως όμως, όπως κατά καιρούς έχει καταδείξει ο Χρήστος Γιανναράς, σε έναν λαό και μία κουλτούρα που δεν έχει μάθει να λειτουργεί με τις αρχές του ωφελιμισμού και της πειθαρχίας, οι οποίες υπάρχουν στη Δύση ως απότοκο του εκεί ιστορικού και πολιτισμικού (άρα και θρησκευτικού) μοντέλου, η Ορθοδοξία είναι μία συντεταγμένη του συλλογικού κοινωνικού βίου, ένα μαξιλάρι οργάνωσης και νοηματοδότησής του.
Οι άνθρωποι, στο αρχέτυπο της ελληνικής κοινωνίας, επιτελούν λειτουργίες και ικανοποιούν ανάγκες, τόσο στον ιδιωτικό όσο και συνερχόμενοι στον δημόσιο βίο, με άξονα τη θρησκεία και την Εκκλησία. Αυτό είναι μία πολιτισμική ιδιαιτερότητα την οποία δεν μπορεί να παραγνωρίσει όποιος θέλει να απεικονίσει με συνέπεια την ελληνική κοινωνία, ούτε να σπεύσει να την απορρίψει με την στερεοτυπική χονδροειδή κατάταξή της ως «θεοκρατία». Όταν φτιάχνει κανείς πρόγραμμα το οποίο να αντιστοιχεί σε έναν συγκεκριμένο λαό, πρέπει να μπορεί να αποσαφηνίζει τέτοιου είδους λεπτομέριες, -χρειάζεται προσέγγιση με διάκριση, όχι τσουβάλιασμα με ιδεοληψίες.

Αυτό λοιπόν το θέμα δεν αντιμετωπίζεται ούτε με νομικισμούς, όπως διαπνέει το πλαίσιο των θέσεών σας, ούτε με αφορισμούς. Το αντίθετο. Ιδιαίτερα δε σε περιόδους και φάσεις όπου αποσυντίθεται ο κοινωνικός ιστός του έθνους, είναι απαραίτητο το λειτουργικό όραμα ανασυγκρότησης να γίνεται χωρίς αποκλεισμούς κύριων εθνικών συνιστωσών (μία εκ των οποίων στην ελλαδική κοινωνία είναι αναμφίβολα και η Εκκλησία), και όχι να είναι διαιρετικό των βασικών συντεταγμένων του κοινωνικού ιστού. Χρειάζεται σύνθεση του μοντέλου ανάπτυξης το οποίο προτείνετε στην κοινωνία και την οικονομία, με τους άξονες ιστορικής και πολιτισμικής ιδιαιτερότητας, όπως ο συγκεκριμένος. Ιστορικά, κάθε σχήμα το οποίο καταφέρνει να βγάλει μία κοινωνία από τέτοια κρίση ταυτότητας όπως η σημερινή στην Ελλάδα, είναι συνθετικό, όχι δογματικό. Αυτό διδάσκει η Ιστορία.

Σχετικά τώρα με τις πιο συγκεκριμένες θέσεις σας, θα σχολίαζα τα κάτωθι.
Περί εκκλησιαστικής περιουσίας
Το επιχείρημα των θέσεών σας ότι η περιουσία στα χέρια της Εκκλησίας της δόθηκε επί Οθ. Αυτοκρατορίας ως πολιτικού εκπροσώπου των Ελλήνων (Χριστιανών), και άρα θα πρέπει να επιστραφεί στο κράτος, το οποίο είναι μετά την Επανάσταση ο νόμιμος διάδοχος φορέας πολιτικής εκπροσώπησης των Ελλήνων, είναι παντελώς άστοχο –και για την ακρίβεια πρωτοφανές. Κανένας από όσους προέβησαν στις ενέργειες τις οποίες περιγράφω πιο κάτω δεν χρησιμοποίησε αντίστοιχο ισχυρισμό. Έχουμε και λέμε:
  • 1833-34. Η αντιβασιλεία του Όθωνα διέλυσε 416 Μοναστήρια και υφάρπαξε τις περιουσίες τους. Μιλάμε για το 80% των Μοναστηριών.
  • 1836, η αντιβασιλεία του Όθωνα απαλλοτρίωσε την περιουσία των υπολοίπων μοναστηριών.
  • Με τους νόμους 1072/1917 και 2050/1920 είχαμε αναγκαστική απαλλοτρίωση μοναστηριακών εκτάσεων σε δύο φάσεις, με δεύτερη το 1930. Συνολικά οι εκτάσεις είχαν αξία 1 δις δραχμών της εποχής, από τις οποίες το κράτος κατέβαλε μόνο το 4%
  • Με το νόμο 4684/1931 έγινε αναγκαστική ρευστοποίηση της ακίνητης περιουσίας των Μονών. Τα χρήματα που εισπράχθηκαν εξαφανίστηκαν τα πρώτα χρόνια της Κατοχής.
  • Στις 18/9/1952 υπεγράφη νέα σύμβαση με την οποία παραχωρούνταν το 80% της εκκλησιαστικής γης έναντι του ποσού 45 εκατομυρίων δραχμών. Στη Σύμβαση αυτή, με πρωτοβουλία του κράτους πάντα, το οποίο προχώρησε σε μία ακόμη αναγκαστική απαλλοτρίωση, το κράτος παραδέχτηκε ότι αδυνατούσε να αποπληρώσει τα χρωστούμενα προς την Εκκλησία και έτσι πρότεινε για αντάλλαγμα να μισθοδοτεί για πάντα τους κληρικούς.
  • Με το νόμο (Τρίτση) 1700/1987 επιχειρήθηκε η οριστική αποψίλωση της εναπομείνουσας εκκλησιαστικής περιουσίας, όμως αφού κατέφυγαν οι Μονές στα ευρωπαϊκά δικαστήρια η υπόθεση σταμάτησε.

Συμπερασματικά: η Εκκλησία, δηλαδή τα πλέον των 10000 ΝΠΔΔ τα οποία την απαρτίζουν νομικά, έχουν απωλέσει σχεδόν όλες τις εκτάσεις γης που κατείχαν, μετά από σειρά αναγκαστικών απαλλοτριώσεων. Στην έρευνα της Αγροτικής Τράπεζας το 1988, την οποία κι εσείς αναφέρεστε, υπολογίζει την Εκκλησιαστική περιουσία σε 1.28 εκ στρέμματα γης, από τα οποία μόνο τα 169900 είναι καλλιεργίσιμη γη.
Οι αριθμοί αυτοί αναπαράγονται και στις θέσεις σας. Για να δοθεί όμως η πλήρη εικόνα δίνω και ένα επιπλέον στοιχείο της έρευνας, το οποίο παραλείπετε, ότι δηλαδή οι καλλιεργίσιμες εκτάσεις της Εκκλησίας αθροίζονται στο 0.48% του συνόλου.
Επίσης, στην ίδια έρευνα αναφέρεται ότι κατά τη δεκαετία 1974-1983 εγκαταλείπονται 162400 στρέμματα ανά έτος από τους αγρότες, συγκρίσιμο μέγεθος με τις Εκκλησιστικές εκτάσεις.
Στα 4.38 εκατομύρια στρέμματα υπολογίζονται οι εγκαταλελειμένες εκτάσεις το 1983 από τους ίδιους τους αγρότες. Επίσης, οι μικρές σχετικά εκτάσεις αυτές της Εκκλησίας είναι συνήθως δεσμευμένες από το κράτος, και έτσι έχουμε το παράδοξο ενώ το αίτημα διαφόρων δεξιών και αριστερών κομμάτων υποκείμενων στις ιδεολογικές αγκυλώσεις μία αντικληρικαλιστικής αριστεράς να αφορά στη φορολόγηση ή (μία ακόμη) απαλλοτρίωση των εκτάσεων της Εκκλησίας (όπως υπονοείτε σαφώς εσείς), το αίτημα της ίδιας της Εκκλησίας δια του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου -για παράδειγμα στην προηγούμενη κυβέρνηση- να είναι η αποδέσμευση από το κράτος των εκτάσεων που ανήκουν στην Εκκλησία, ώστε η από κοινού εκμετάλλευσή τους να αποφέρει οφέλη για το κοινωνικό σύνολο!
Η τεράστια απόσταση της πραγματικότητας από την εικονική της εκδοχή είναι φανερή και ενδεικτική της επίδρασης στερεοτύπων στη διαμόρφωση των θέσεών σας και θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψιν..

Στο σημείο αυτό να προσθέσω ότι αποσιωπάτε κάτι θεμελιώδες: βάσει της σχετικής Σύμβασης του 1952, η μισθοδοσία των κληρικών προήλθε από πρωτοβουλία του κράτους για συγκεκριμένους λόγους.
Όποιος λοιπόν προτείνει τη διακοπή της μισθοδοσίας (όπως κάνετε εσείς), θα πρέπει να λάβει πρόνοια είτε για την αντικαταβολή των οφειλομένων προς την Εκκλησία χρημάτων της αξίας των απαλλοτριωμένων εκτάσεων, είτε των ίδιων των εκτάσεων. Εάν δεν το κάνει, είναι υπόλογος στη συνέπεια της ίδιας του της λογικής.

Μερικές από τις πιο συγκεκριμένες προτάσεις σας ισχύουν ήδη και είναι περιττές. Για παράδειγμα η φορολόγηση εσόδων από όσα ακίνητα δίνουν πρόσοδο, το ισόκυρο του πολιτικού και θρησκευτικού γάμου κλπ.

Μερικές ακόμη, όπως για παράδειγμα η προαιρετική φορολόγηση των πολιτών υπέρ της Εκκλησίας στην οποία ανήκει, εκτός από το ότι απαοτελεί αντιγραφή άλλων μοντέλων με διαφορετική εθνο-θρησκευτική προέλευση και ταυτότητα η οποία είναι ανύπαρκτη στην Ελλάδα (τουλάχιστον προς το παρόν), δείχνει και μία σύγχυση. Γράφετε για την «ανάρμοστη σχέση Πολιτείας – Εκκλησίας», η οποία λέτε «δίχασε τον λαό, οδήγησε σε πολιτικές τραγωδίες, «αναθέματα» και «λαοσυνάξεις»».
Εκτός του ότι μία «διαχωρισμένη» Εκκλησία θα έχει πολύ μεγαλύτερη άνεση να διαμαρτύρεται και να οργανώνει «λαοσυνάξεις», υπάρχει και η σύγχυση σε φιλοσοφικό υπόβαθρο από αυτή τη θέση, διότι από τη μία θεωρείτε «διχασμό» ένα απλό αίτημα της Εκκλησίας προς την πολιτεία να διεξαχθεί δημοψήφισμα με ερώτημα αν επιθυμεί ο λαός την προαιρετική αναγραφή του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες, διότι περί αυτού επρόκειτο, και από την άλλη ζητάτε ο ίδιος την προαιρετική αναγραφή στη φορολογική δήλωση των πολιτών!
Σημειώνω εδώ ότι η εν λόγω σύγχυση διακατέχει ολόκληρη την πλευρά του κράτους, το οποίο ακόμη και σήμερα ερωτά τους πολίτες για το θρήσκευμά τους στις ληξιαρχικές πράξεις γάμων και προσθήκης τέκνων στην οικογενειακή μερίδα, ενώ υπάρχει και η «θετική διάκριση» των μουσουλμάνων μαθητών οι οποίοι εισάγονται σε ειδική κατηγορία σε συγκεκριμένες ανώτατες σχολές. Τη σύγχυση αυτή θα πρέπει να την υποβάλετε στη βάσανο της συνέπειας της λογικής σας, ειδικά εφόσον χρησιμοποιείτε τους συγκεκριμένους χαρακτηρισμούς.

Προχωρώ. Ο διαχωρισμός τον οποίον επιχειρείτε να περιγράψετε στις θέσεις σας είναι πολύ πρόχειρα γραμμένος, και χωρίς να λαμβάνει υπόψιν συγκεκριμένες συνιστώσες. Για την ακρίβεια, όλοι όσοι μιλάνε για αντίστοιχο διαχωρισμό λησμονούν ορισμένες βασικές παρενέργειες, οι οποίες εκτός από το πολιτισμικό υπόβαθρο του ελληνισμού, αφορούν και στις διεθνείς σχέσεις της χώρας και στην εξωτερική πολιτική.
Ενδεικτικά επισημαίνω ότι ο εξ αριστερών προερχόμενος αντικληρικαλιστικός άξονας, ο οποίος οδηγεί σε φωνές «άμεσου διαχωρισμού εδώ και τώρα» ξεχνάει τις σχέσεις του Ελλαδικού κράτους με το Άγιο Όρος, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τα πρεσβύτερα Πατριαρχεία και ασφαλώς τις χώρες στις οποίες ανήκουν όλα αυτά, κοκ. Όταν αναφερόμαστε σε μια σχέση με τέτοιο ιστορικό και πολιτισμικό υπόβαθρο, όπως η συγκεκριμένη, τα πράγματα είναι πιο πολύπλοκα από όσο νομίζει κανείς με την πρώτη ματιά.

Στην αρχή των θέσεών σας λέτε ότι «στόχος(;) [του κόμματος] είναι να διπλασιάσουμε ανθρώπους ανεξίθρησκους και ανοιχτόμυαλους». Εκτός από περίεργος, για στόχο κόμματος, αφού δηλώνει μία «ιεραποστολική» διάθεση, υπονοεί σαφώς ότι ένα πολύ μεγάλο μέρος Ελλήνων δεν είναι ανεξίθρησκοι. Από πού συνάγετε αυτό το συμπέρασμα; Υποπτεύομαι ότι συγχέετε την λαϊκή πίστη με την έλλειψη ανεξιθρησκείας, και σ’ αυτή σας τη σύχγυση δεν επιδεικνύετε ο ίδιος αρκετά ανοιχτό μυαλό. Εκτός βέβαια, αν το υπόβαθρο της σκέψης σας είναι αποκλειστικά και ανελαστικά η Ποπεριανή «ανοιχτή κοινωνία».

Γράφετε για παράδειγμα στην αρχή των θέσεών σας πως «Ό,τι κάνει ο δεσπότης θα μπορεί να το κάνει και ο μουφτής». Αναρωτιέμαι τι ακριβώς εννοείτε. Δεδομένου του πλήρους διαχωρισμού (δεν το εξηγείτε επαρκώς, αλλά δίνετε ένα περίγραμμα ότι η Εκκλησία θα ασχολείται αποκλειστικά και αυστηρά με τα του οίκου της), ποια είναι αυτά τα δικαιώματα και τα πράγματα που «μπορεί» να κάνει ο Δεσπότης, αλλά δεν μπορεί ο Μουφτής; Διότι η πραγματικότητα σήμερα είναι ότι ο Μουφτής μπορεί να δικάζει, για παράδειγμα, οικογενειακές υποθέσεις εφαρμόζοντας κατά γράμμα τον Ισλαμικό Νόμο! Μάλλον θέλατε να γράψετε «ό,τι δεν μπορεί να κάνει ο δεσπότης, δεν θα πρέπει να μπορεί να το κάνει ούτε ο μουφτής». Βλέπετε ότι η τεχνητή πολιτική ορθότητα και η με το ζόρι υποβάθμιση του «δικού μας» έναντι του «άλλου» για να εμφανιστούμε ως «δίκαιοι» ή «φιλελεύθεροι» είναι κακός οδηγός.

Αυτό που ίσως αναρωτιέστε τώρα είναι, μα μπορούν να συνυπάρξουν όσα διαβάζω στην παρούσα επιστολή με τις δημόσια διατυπωθείσες απόψεις περί οικονομικής πολιτικής; Η δική μου απάντηση είναι προφανώς ναι.
Εδώ θα βασίζεται η πρωτοτυπία, το εναλλακτικό της πρότασής σας, το πραγματικά καινούργιο (ας σημειώσω εδώ ότι το ‘πραγματικά καινούργιο’ για το οποίο μιλάω αναφέρεται στην δημόσια πολιτική συζήτηση όπως αυτή διεξάγεται στην Ελλάδα, γιατί διεθνώς -αρχής γενομένης από τον αγγλοσαξωνικό κόσμο ήδη από την δεκαετία του 80-, η επανάκαμψη των αρχών του φιλελευθερισμού στην οικονομία είναι σύμφυτη με την πρόταξη των παραδοσιακών αξιών των αντίστοιχων κοινωνιών, όπως έκαναν οι κυβερνήσεις Θάτσερ-Ρήγκαν, και όπως είναι ο κανόνας σε όλα τα συντηρητικά και χριστιανοδημοκρατικά κόμματα στη δύση.
Δυστυχώς όμως αυτό που έξω παραβιάζει ανοιχτές θύρες, στην Ελλάδα παραμένει ταμπού, λόγω ιδεολογικής κυριαρχίας της αριστεράς). Αλλιώς, μάλλον έχουμε ξανακούσει αυτές τις ιδέες σε πολλές και διαφορετικές εκδοχές. Θα θυμίσω εδώ τον έντονα «εθνομηδενιστικό» και «νεο-οθωμανικό» τόνο τον οποίον δίνουν συνιδρυτές κομμάτων με τα οποία λέτε δημόσια ότι πολιτικά είστε συγγενείς. Αν λοιπόν το δείγμα γραφής επί των συγκεκριμένων ζητημάτων της παρούσης επιστολής δείχνει ότι έχετε κάνει το πρώτο βήμα μίας μακράς διαδρομής διολίσθισης προς τέτοιες απόψεις, αδυνατώ να ισχυριστώ ότι βρήκα σε σας ένα πρωτότυπο συνολικό πολιτικό στίγμα.

Θα κλείσω την επιστολή μου με την υπογράμμιση της θέσης μου πως τα αίτια της κρίσης πράγματι ανιχνεύονται στο υδροκεφαλικό κράτος και στον κρατισμό, και είμαστε στο ίδιο μήκος κύματος σε σχέση μ’ αυτό. Υπάρχει όμως και μία άλλη κρίση. Η κρίση της εθνικής μας ταυτότητας. Χωρίς έμφαση στην εθνική συλλογικότητα, χωρίς συγκροτημένη συλλογική αυτοσυνειδησία, δεν έχουμε μέλλον. Όχι μόνο εμείς, κανείς στον κόσμο. Έναν θεσμό δεν τον αποδομείς αν δεν τον αντικαθιστάς με κάτι άλλο. Ειδάλλως, γκρεμίζεις το οικοδόμημα. Και έχουμε ανάγκη από θεμέλια σήμερα. Ό,τι συμβάλλει στην εθνική μας ταυτότητα είναι απαραίτητο συστατικό της σύνθεσης η οποία θα μας βγάλει από την κρίση.

Με αυτές τις σκέψεις, κλείνω με μια υπόμνηση του Γιώργου Σεφέρη: «Είμαστε ένας λαός, με παλικαρίσια ψυχή, που κράτησε τα βαθιά κοιτάσματα της μνήμης του σε καιρούς ακμής και σε αιώνες διωγμών και άδειων λόγων. Τώρα που ο τριγυρινός μας κόσμος μοιάζει να θέλει να μας κάνει τρόφιμους ενός οικουμενικού πανδοχείου, θα την απαρνηθούμε άραγε αυτή τη μνήμη; Θα το παραδεχτούμε τάχα να γίνουμε απόκληροι;»

Ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σας,

Με τιμή
Ανδρέας Σταλίδης.
Δημιουργός του Αντίβαρου

Τετάρτη 9 Μαΐου 2012

Τα πραγματικά αίτια του Σχίσματος.



Α' Ράιχ

Ένα σπουδαίο κείμενο από ένα σπουδαίο άνθρωπο. Η σκοτεινή σαγήνη για κυριαρχία, που έκανε ένα άξεστο και βάρβαρο λαό να φέρει την αρχή του κακού. Διαβάστε το και μάθετε, πως η ζήλια και ο φθόνος των Φράγκων στο πρόσωπο των προγόνων μας γέννησε τη μεγαλύτερη καταστροφή για την Οικουμένη. Αν και στο κείμενο δεν το αναφέρει, αυτό που θα διαβάσετε παρακάτω είναι επιπλέον η γέννηση του Πρώτου Ράιχ. Γ.Θ Από το περιοδικό «Εν Συνειδήσει» Έκδοση της Ιεράς Μονής Μεγάλου Μετεώρου. Δεκέμβριος 2006. Η γέννησις του Φραγκικού Πολιτισμού περιγράφεται εις επιστολήν του Αγίου Βονιφατίου προς τον Πάπα της Ρώμης Ζαχαρίαν (natione Graecus) το 1741. Οι Φράγκοι είχον διώ­ξει όλους τους Ρωμαίους επισκόπους από την Εκκλησίαν της Φραγκίας και είχαν διορίσει τον εαυτόν τους ως τους επισκόπους και ηγουμένους της Γαλλίας. Ήρπασαν την περιουσίαν της Εκκλησίας και την εχώρισαν εις τιμάρια, των οποίων την επικαρπίαν διένειμαν ως Φέουδα, συμφώνως προς τον βαθμόν που κετείχε έκαστος εις την πυραμίδα της στρατιωτικής ιεραρχίας. Αυτοί οι Φράγκοι επίσκοποι δεν είχον Αρχιεπίσκοπον και δεν είχον συνέλθει εις σύνοδον στα 80 χρόνια από τότε που κατέλαβαν την ιεραρχίαν. Συνήρχοντο δια τα εθνικοεκκλησιαστικά θέματα μαζί με τους βασιλείς και λοιπούς οπλαρχηγούς συναδέλφους τους. Κατά τον Άγιον Βονιφάτιον, ήσαν «αδηφάγοι λαϊκοί, μοιχοί καί μέθυσοι κληρικοί, οι οποίοι μάχονται εις τον στρατόν με πλήρη πολεμικήν εξάρτησιν και με τας χείρας των σφάζουν χριστιανούς και ειδωλολάτρας». Οι Φράγκοι καταδίκασαν τους Ανατολικούς Ρωμαίους ως «αιρετικούς» και «Γραικούς» ήδη το 794 και το 809, δηλαδή 260 χρόνια ενωρίτερα από το λεγόμενο σχίσμα το 1054. Οι Φρά­γκοι είχαν αρχίσει από το 794 να αποκαλούν τους ελευθέρους Ρωμαίους με τα ονόματα «Γραικοί» και «αιρετικοί» με σκοπό οι υπόδουλοι Δυτικοί Ρωμαίοι να ξεχάσουν βαδμηδόν τους συναδέλ­φους τους εις την Ανατολήν. Οι Φράγκοι διήρεσαν συγχρόνως τους Ρωμαίους Πατέρες σε λεγομένους Λατίνους και Γραικούς και εταύτισαν τον εαυτόν τους με τους λεγομένους Λατίνους Πατέρες. Έτσι εδημιούργησαν την ψευδαίσδησιν ότι η Φραγκο-Λατινική τους παράδοσις είναι ένα συνεχόμενον μέρος της παραδόσεως των Λατινοφώνων Ρωμαίων Πατέρων. Γενόμενοι οι Δυτικοί Ρωμαίοι δουλοπάροικοι του Φραγκο-Λατινικού Φεουδαλισμού έπαυσαν να παράγουν επισκόπους και ηγουμένους και ολίγους γνωστούς αγίους. Κατά την διάρκειαν των ετών 1009 με 1046 οι Φραγκο-Λατίνοι αυτοκράτορες της Φραγκίας ίδρυσαν τον σημερινό Παπισμό σε δύο στάδια. πρώτα εγκατέστησαν δια πρώτη φορά αιρετικούς Ρωμαίους πάπες της Ρώμης. Δηλαδή οι εν λόγω πάπες απέκτη­σαν τους θρόνους τους υπό τον όρον ότι αποδέχονται την προσθήκην του Filioque στο Σύμβολον της Πίστεως. Το δεύτερον στάδιον άρχισε το 1046 όταν ο Φράγκος Αυτοκράτωρ Ερρίκος Γ' (1049-1056) αντικατέστησε τον Ρωμαίον πάπα Γρηγόριον ΣΤ' (1045-1046) με τον Φραγκο-Λατίνον πάπα Κλήμεντα Β' (1046-1047). Από τότε μέχρι σήμερον οι πάπες είναι σχεδόν όλοι Τεύτονες ανήκοντες στην τάξιν των Φραγκο-Λατίνων ευγενών κατα­κτητών της Δυτικής Ρωμαιοσύνης. Επομένως το λεγόμενο σχίσμα μεταξύ Εκκλησιών Δύσεως και Ανατολής δεν έγινε μεταξύ Δυτικών και Ανατολικών Ρωμαίων, αλλά μεταξύ των Φράγκων κατακτητών των Δυτικών Ρωμαίων και των ελευθέρων Ρωμαίων της Δύσεως και της Ανατολής. Μάλιστα το 1054 οι Κέλτες και οι Σάξωνες της Αγγλίας και οι Ρωμαίοι της Αραβοκρατουμένης Ισπανίας και Πορτογαλίας ήταν Ορθόδοξοι. Ήδη από τον 8ον αιώνα άρχισαν οι Φράγκοι να κατηγορούν τους ελευθέρους Ρωμαίους της Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης ως «αιρετικούς» και «Γραικούς» στα θέματα των εικό­νων και του Filioque. Οι Φράγκοι ήταν τότε τελείως βάρβαροι και αγράμματοι, όπως είδαμεν. Οι τότε Ρωμαίοι πάπες απλώς διεμαρτυρήθησαν, αλλά ακόμη δεν κατεδίκασαν τους Φράγκους από φόβον αντιποίνων με σφαγές μάλιστα, όπως μας πληροφορεί ο άγιος Βονιφάτιος το 741. Ίσως ήλπιζαν οι Ρωμαίοι ότι θα ημπο­ρούσαν εν καιρώ να επιβληθούν στους Φράγκους όπως κάμνει κανείς επάνω σε πείσμονα παιδιά. Αλλά οι Ρωμαίοι της Πρεσβυ­τέρας Ρώμης, αλλά ούτε και οι Ρωμαίοι τής Νέας Ρώμης, ούτε καν υποπτεύθηκαν ότι οι Φράγκοι από σκοπού προκαλούσαν μόνιμον σχίσμα ως μέρος της αμυντικής τους στρατηγικής κατά της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και των σχεδίων τους δια παγκόσμιον κυριαρχίαν. Οι Ρωμαίοι πάπες δεν είχαν άλλην εκλογήν από το να ανεχθούν την Φραγκικήν κυριαρχίαν με σκοπόν να βοηθήσουν με την σύνεσίν τους τους υποδούλους αδελφούς τους και να εξασφαλίσουν την σχετικήν ελευθερίαν του Πατριαρχείου τους και αυτήν των Ρωμαίων πολιτών της Παπικής Ρωμανίας, δηλα­δή του Παπικού Κράτους. Με την εμφάνισιν των Ψευδο-Ισιδωρείων Δια­τάξεων περί το 850 οι Ρωμαίοι Πάπες άρχισαν να αισθάνωνται αρκετά ισχυροί. Απαίτησαν δυναμικά πλέον από την Φραγκικήν ηγεσίαν να δεχθούν 1) πιο πολιτισμένους κανόνες καλής συμπεριφοράς έναντι της υποδούλου Ρωμαιοσύνης και 2) την απαλλαγήν της Φραγκικής ιεραρχίας από τους Φράγκους ηγεμόνες και την υποταγήν της εις τον Ρωμαίον Πάπα της Ρώμης. Μέσα στα πλαίσια αυτά ο Ρωμαίος Πάπας Ιωάννης Η' έλαβε μέρος στην Η' ΟΙκουμενικήν Σύνοδον του Μεγάλου Φωτίου το 879 στην Κων/πολιν Νέαν Ρώμην, η οποία κατεδίκασε τας Φραγκικάς αιρέσεις περί εικόνων και του Filioque, χωρίς να κατονομάση τους εν λόγω αιρετικούς από φόβον να μη κινδυνεύη το έργον που άρχισε το 850. Αλλά αι προσπάθειαι βάσει των εν λόγω Διατάξεων έφεραν τελικά το αντίθετον αποτέ­λεσμα. Οι Φραγκο-Λατίνοι αντέδρασαν δυνα­μικά στην δημοφιλίαν των Διατάξεων αυτών. Άρχισαν να σχεδιάζουν και να εφαρμόζουν τα σχέδια τους δια την εκδίωξιν των Ρωμαίων από την εκκλησιαστικήν και την πολιτικήν εξουσίαν της Παπικής Ρωμανίας και την αντικατάστασιν των Ρωμαίων Παπών από Φραγκο-Λατίνους Πάπες. Οι Φραγκο-Λατίνοι άρχισαν την τελικήν τους επίθεσιν κατά της ελευθερίας, της Ορθοδοξίας και της Ρωμαϊκότητος του Πατριαρχείου της Πρεσβυτέρας Ρώμης κατά το 973 μέχρι το 1003. Ολοκλήρωσαν την εκδίωξιν του Ορθοδόξου δόγματος το 1009-1012 μέχρι το 1046. Τελικά αφάνισαν πλήρως την Ρωμαϊκότητα του Πατριαρχείου της Ρώμης το 1046 αφού την κατέλαβαν οι Φραγκο-Λατίνοι πάπες. Δια τούτο από την εποχήν αυτήν οι Ορθόδοξοι Ρωμαίοι ονομάζουν τον πάπα αιρετικόν, Φράγκον καί Λατίνον καί την εκκλησίαν του Φραγκικήν καί Λατινικήν. Παραταύτα οι καθηγηταί των Θεολογικών Σχολών της Χάλκης, Αθηνών και της Θεσσαλονίκης βάπτισαν τον Φραγκο-Λατίνον πάπα με το όνομα «Ρωμαί­ον» και την εκκλησίαν του «Ρωμαϊκήν». Τούτο διότι οι Φραγκο-Λατίνοι Πάπες συνέχισαν να χρησιμοποιούν τα Ρωμαϊκά ονόματα των Ρωμαίων παπών γενόμενοι πάπες, ως και ονό­ματα Ρωμαίος πάπας και Ρωμαϊκή Εκκλησία, δια να συνεχίζουν οι υπόδουλοι Δυτικοί Ρωμαί­οι να νομίζουν ότι έχουν ακόμη τον εθνάρχην τους στην Ρώμην. Γενόμενοι οι Νεο-Έλληνες και αυτοί υπόδουλοι στην Φραγκο-Λατινικήν παράδοσιν ονομάζουν και αυτοί τον πάπα με Ρωμαϊκά ονόματα. Από όλα τα ανωτέρω σημειωθέντα φαίνεται σαφώς ότι ο καθορισμός του σχίσματος το 1054, εντός της πλαστογραφημένης διακρίσε­ως μεταξύ «Ανατολικών Γραικών» και «Δυτικών Λατίνων», δεν είναι σωστός. Το σχίσμα άρχισε το 794 ως καλά σχεδιασμένο αμυντικό και επιθετικό κατασκεύασμα των βαρβάρων και αγραμμάτων Φράγκων. Το 1054 ήτο μόνον μία από τας μετέπειτα εκδηλώσεις ενός σχί­σματος, το οποίον ήδη υπήρχε από την εποχή που οι Φράγκοι απεφάσισαν το 794 να προκα­λέσουν σχίσμα με τους ελευθέρους Ρωμαίους που δια πρώτην φοράν ονόμασαν «Γραικούς» και «αιρετικούς» δια λόγους πολιτικούς και στρατιωτικούς. Η Εκκλησία της Πρεσβυτέρας Ρώμης ηγωνίσθηκε ηρωικά να παραμείνη ηνω­μένη με την Νέαν Ρώμην μέχρι το 1009. Από το 794 μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνος οι Φράγκοι, οι Φραγκο-Λατίνοι και το Βατικανό, ουδέποτε παρεξέκλιναν από την γραμμήν τους ότι οι Ανατολικοί Ρωμαίοι είναι «Γραικοί» και «αιρετικοί». Τούτο ήτο τόσον έκδηλον στην νεανική ηλικία του γράφοντος όταν εσπούδαζε στο γυμνάσιον της Νέας Υόρκης. Στα παπικά βιβλία Απολογητικής οι Ορθόδοξοι περιεγράφοντο ως αιρετικοί και χωρίς αγίους και θαύματα. Έτσι ισχυρίζοντο ότι οι τελευταίοι Πατέρες της Εκκλησίας των Ορδοδόξων ήταν οι Άγιοι Ιωάννης Δαμασκηνός (περίπου 675-749) και Θεόδωρος Στουδίτης (759-826). Επίσης οι Φραγκο-Λατίνοι και ο Παπισμός τους συνέχισαν τας κατακτήσεις τους που πάντοτε συνοδεύοντο από την εξόντωσιν ή εκδίωξιν των Ορθοδόξων επισκόπων και την υποδούλωσιν των πιστών δια της μεταβολής τους στην κατάστασιν δουλοπαροίκων με την πλήρη αφαίρεσιν της γεωκτησίας τους. Αυτό δεν το έκαναν ποτέ ούτε οι Άραβες και ούτε οι Τούρκοι Μουσουλμάνοι. Αλλά ακόμη μέχρι αρχάς του 20ου αιώνος το Βατικανό ενεργούσε κατά τον ίδιον τρόπον. Το 1923 η Ιταλία απέκτησε από την Τουρκίαν τα Δωδεκάνησα με την Συνθήκην της Λωζάνης. Το Βατικανό έδιωξε όλους τους Ορθοδόξους επισκόπους και τους αντικατέστησε με Φραγκο-Τοσκάνους και Λογγοβάρδους που από το 1870 είχαν υποδυθεί την ταυτότητα του μέχρι τότε ανυπάρκτου Ιταλικού έθνους. Ήλπιζε το Βατικανό ότι οι Ορθόδοξοι πιστοί θα αποδε­χθούν τελικά κληρικούς χειροτονημένους απ' αυτούς τους επισκόπους του δια να μη μείνουν χωρίς κληρικούς και μυστήρια. Η κατάστασις άλλαξε όταν τα Δωδεκάνησα ενώθηκαν με την Ελλάδα το 1947 και επανήλθαν εις τας θέσεις τους οι επίσκοποι του Οικουμενικού Πατριαρ­χείου της Νέας Ρώμης Κων/πόλεως. Αλλά κατά τα μέσα του 20ου αιώνος τούτου το Βατικανό εγκαινίασε μίαν πρωτότυπον τακτικήν. Περιέργως ανεγνώρισε τα μυστήρια της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Όταν έγινε η Βατικάνειος πράξις αυτή μέσω της Συνόδου του Βατικανού Β' (1962-1965) ορισμένοι Ορθόδοξοι κατάλαβαν ότι πρόκειται δια παγίδα. Άλλοι εχάρηκαν. Μερικοί μάλιστα «Ορθόδοξοι» στο εξωτερικό ενόμισαν ότι η χειρονομία αυτή έδω­σε κύρος όχι μόνον στα μυστήρια, αλλά και στην ταυτότητά τους ως θρησκευτική ηγεσία. Εν συνεχεία το Φανάρι και το Βατικανό προέ­βησαν την 7η Δεκεμβρίου 1965 σε κοινήν άρσιν των αναθεμάτων του 1054. Δια το Βατικανό τούτο απετέλεσε πράξιν μυστηριακής κοινωνίας βάσει της υπ' αυτού αναγνωρίσεως των Ορθοδόξων μυστηρίων. Εξ' επόψεως Ορθοδόξου ήταν μία πράξις του Φαναρίου δια την οποίαν κινδυνεύει να χάση το εντός της Ορθοδοξίας προεδρείον του αν αποδειχθή ότι με την πράξιν αυτήν αναγνώρισε ή ανέχεται ή συμφωνεί με τας αιρέσεις των 13 Φραγκο-Λατινικών «Οικουμενικών Συνόδων». Αν ήτο μία απλή πράξις καλής θελήσεως δια να διευκολυνθή ο διάλογος που επρόκειτο τότε να αρχίση, έχει καλώς. Πάντως όσον άφορα στο Βατικανό το θέμα έχει ως εξής. η μεταβολή της τακτικής του Βατι­κανού από «πόλεμο» και «διάλογο» σε τακτική «αναγνωρίσεως των Ορθοδόξων μυστηρί­ων» είναι μία πραγματικότης. Αλλά το ότι το Φανάρι αμέσως ανταπέδωσε με την από κοινού μετά του Βατικανού σύγχρονον άρσιν των ανα­θεμάτων του 1054 την 7.12.65 σημαίνει ότι η κοινή πράξις αυτή ήτο αποτέλεσμα μυστικών συνεννοήσεων μεταξύ των δύο. Δηλαδή η πρά­ξις ήτο μονόπλευρος μόνον με την έννοιαν ότι δεν συμμετείχε ολόκληρος η Ορθοδοξία, αλλά μόνον το Φανάρι. Το ότι σχεδόν σύσσωμα χαι­ρέτησαν την πράξιν οι υπόλοιποι Ορθόδοξοι ως πράξιν καλής θελήσεως, δεν έχει καμμίαν δογματικήν σημασίαν. Αι αιρέσεις του Βατικα­νού παραμένουν. Τι επιδιώκει το Βατικανό θα εξαρτηθή από τι θα κάνη με τας (13) Φραγκο-Λατινικάς Οικου­μενικάς του Συνόδους που προσέθεσε στας 7 Ρωμαϊκάς Οικουμενικάς Συνόδους μαζί με την Σύνοδον του 869 που καθήρεσε τον Μέγαν Φώτιον. Μάλιστα θεωρεί την Σύνοδον του 869 κατά του Μεγάλου Φωτίου ως την Η' Οικουμενικήν της Σύνοδον. (Εκ της μελέτης του π. Ιωάννου Ρωμανίδου "Ορθόδοξος και Βατικάνειος Συμφωνία περί Ουνιτισμού" δημοσιευθείσης εις τον τόμον "Καιρός", αφιέρωμα στον καθηγητή Δαμιανό Δόικο, Θεσσαλονίκη 1995).

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2012

Ορθοδοξία στη Μεγ. Βρετανία

Τα τελευταία χρόνια έχουμε ασχοληθεί μέσα από τις σελίδες αυτού του περιοδικού με όλες τις αυτοκέφαλες και αυτόνομες Εκκλησίες της Ορθοδοξίας. Ας ρίξουμε τώρα μια ματιά στη θέση της Ορθοδοξίας στις δυτικές χώρες, έτσι όπως παρουσιάζεται πρακτικά σήμερα. Κι ας ξεκινήσουμε με τη Μεγ. Βρετανία.

Υπάρχουν ίσως 200.000 Ορθόδοξοι στη Βρετανία σήμερα. Αυτό σημαίνει ότι είμαστε μια μικρή μειονότητα, που ομοιάζουμε αριθμητικά αλλά και σε άλλα ζητήματα στους Ρ/Καθολικούς, και συγκεκριμένα στη θέση που είχαν στα τέλη του 19ου αιώνα. Από τότε οι Καθολικοί έχουν εξαπλωθεί σε όλη τη χώρα, έχουν ανοικοδομήσει εκκλησίες και μοναστήρια, επανασύστησαν την ιεραρχία τους και είναι σήμερα το μεγαλύτερο σώμα θρησκευόμενων χριστιανών στη Βρετανία. Αλλά βέβαια έχουν το πλεονέκτημα του ότι μπορούν να ισχυρίζονται, χωρίς να τους αντιλέγει κανείς, πως η Αγγλία ανήκε προηγουμένως στο Πατριαρχείο της Ρώμης, και πως οι Ακολουθίες που προσφέρουν στη λατρεία τους (ιδιαίτερα μετά τη Β΄ Σύνοδο του Βατικανού) είναι τέτοιες που οι άνθρωποι της Δύσης μπορούν εύκολα να παρακολουθήσουν και να εκτιμήσουν. Πράγματι ο Ρ/Καθολικισμός έχει πια εγκλιματισθεί και δεν μπορεί να θεωρείται ως ένα ξένο σώμα, όπως συνέβαινε κάποια εποχή.











Αυτό δεν συμβαίνει με την Ορθοδοξία. Είναι αλήθεια πως η εξωτερική της όψη θεωρείται από τους περισσότερους Άγγλους ως πολύ ξένη προς αυτούς. Αυτή την εποχή υπάρχουν επτά επίσκοποι, που όλοι διαμένουν στο Λονδίνο, από τους οποίους οι τρεις είναι Έλληνες, οι δύο Ρώσοι, ένας Σέρβος και ένας Πολωνός. Υπάρχουν μερικές ελληνικές εκκλησίες στο Λονδίνο (περίπου 20), κι άλλοι Ρώσικοι, Πολωνικοί, Σέρβικοι, Ουκρανικοί και Λετονικοί χώροι λατρείας, διάσπαρτοι σ’ όλο το Λονδίνο. Υπάρχουν τέσσερεις μικροί μοναστικοί οίκοι, ένας στο Λονδίνο, ένας στο Έσσεξ, ένας στο Buckinghamshire και ένας στο Devon. Επιπρόσθετα υπάρχουν εκκλησίες σε περίπου όλες τις μεγάλες πόλεις της Αγγλίας, παράλληλα με μικρές ομάδες Ορθοδόξων που εξυπηρετούνται λατρευτικά από επισκέπτες Ιερείς. Δεν υπάρχει Σεμινάριο, κι έτσι εκείνοι που επιθυμούν να χειροτονηθούν είτε προετοιμάζονται με σειρά μαθημάτων δι’ αλληλογραφίας, που αποστέλλεται από την Ακαδημία του Αγίου Σεργίου στο Παρίσι, ή από του Αγίου Βλαδιμήρου στη Νέα Υόρκη, ή από την Ελλάδα ή την Σερβία, είτε χειροτονούνται χωρίς καμμία συγκεκριμένη εκπαίδευση.

Δεν υπάρχει εκκλησία όπου οι Ακολουθίες να τελούνται αποκλειστικά στην αγγλική, κι ούτε πειράματα γίνονται στη Βρετανία με χρήση Δυτικού Τυπικού, αν και ήταν στο Λονδίνο όπου ο Overbeck συνέλαβε αυτό τον τύπο παρουσίασης της Πίστεως. Πάντως, όλα σχεδόν τα Ορθόδοξα κέντρα, ανεξάρτητα από την εθνική τους καταγωγή, έχουν ένα μικρό αριθμό Βρετανών που έγιναν μέλη της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ο αριθμός αυτός αυξάνεται με σταθερούς ρυθμούς. Αυτό οφείλεται εν μέρει στην αυξανόμενη δογματική αστάθεια των Δυτικών Εκκλησιών. Θα μπορούσαν μάλιστα να υπάρχουν περισσότεροι τέτοιοι προσήλυτοι, εάν η Ορθοδοξία παρουσίαζε ένα λιγότερο διηρημένο πρόσωπο. Κι εδώ ερχόμαστε στο μεγάλο μας μειονέκτημα. Δεν υπάρχει Ομολογία που να μιλάει για συλλογικότητα (sobornost, togetherness) περισσότερο από την Ορθοδοξία. Όμως στην πράξη το δείχνει πολύ λίγο. Η μόνη περίπτωση που οι Ορθόδοξοι μπορούν να βρίσκονται συναγμένοι μαζί, είναι όταν παρίστανται σε μια Οικουμενική συνάντηση, την οποία έχουν οργανώσει η Ρωμαϊκή ή η Αγγλικανική Εκκλησία! Φαίνεται πως υπάρχει όσο το δυνατόν λιγότερη συνεργασία ανάμεσα στους επτά ιεράρχες, και η σε μεγάλο βαθμό αντίδραση κατά του Οικουμενισμού σημαίνει και την περαιτέρω παραμέληση της όποιας καθαρά Ορθόδοξης δραστηριότητας.

Σε μια πρόσφατη δήλωσή του ο Αρχιεπίσκοπος Αθηναγόρας γράφει: «Υπάρχουμε και αποτελούμε το Ανατολικό τμήμα της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας». Στη συνέχεια αποδεικνύει ότι οι Δυτικές Εκκλησίες μπορούν να ισχυρίζονται πως είναι το Δυτικό τμήμα. Μπορεί κάποιος να απορεί πως Θεολόγοι στην Ελλάδα και αλλού μένουν κατάπληκτοι με την ευρύτητα οράματος που παρακάμπτει όλες τις θεολογικές δυσκολίες του παρελθόντος, χωρίς καμμία απόπειρα για σοβαρή λύση των πραγματικών προβλημάτων που παρουσιάζουν; Αυτό βέβαια θα ευχαριστεί εκείνους που επιδιώκουν πάση θυσία την ενότητα, αλλά δεν μπορεί να ικανοποιεί εκείνους που επιζητούν την ενότητα εν αληθεία. Και υπάρχουν πολλοί τέτοιοι σοβαροί ερευνητές για την ενότητα εν αληθεία, όχι μόνο στην Ορθοδοξία αλλά επίσης και στις μεγάλες Δυτικές Ομολογίες, οι οποίες πραγματικά δίνουν τη μάχη για διαφύλαξη των αιωνίων αληθειών, και προσβλέπουν στην Ανατολική Εκκλησία να παραμείνει σταθερή και αμετακίνητη αυτή την ώρα της σοβαρής κρίσης.

Πολλά περισσότερα θα μπορούσαν να αναφερθούν, αλλά ας ολοκληρώσουμε αυτό το κείμενο με μερικές φράσεις που έχουν ληφθεί από ένα άρθρο του Δρα Philip Sherrard, του Βασιλικού Κολεγίου Λονδίνου, ο οποίος είναι προσήλυτος στην Ορθοδοξία. Το άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε στους «Times» στις 13 Μαρτίου 1971:

«Ένα από τα μεγαλύτερα γεγονότα στην ιστορία της σύγχρονης Χριστιανοσύνης είναι αναμφίβολα η συνάντηση και η αλληλεπίδραση της Ορθόδοξης και της Δυτικο-χριστιανικής Παράδοσης. Για πρώτη φορά μετά από αιώνες η Ορθοδοξία αποτελεί μια ζωντανή παρουσία στη Δύση, λειτουργικά και πνευματικά, ενώ τα σπουδαία δογματικά ρεύματά της εισέρχονται και ενσωματώνονται στη Δυτική Παράδοση, και μ’ ένα αδιόρατο τρόπο την επαναγονιμοποιούν εκ των έσω».

Πρωτοπρ. Αναστάσιος Δ. Σαλαπάτας

+ Αρχιμ. Βαρνάβας Burton
Orthodox Leaflet, Απρίλιος 1971, No. 48, σσ. 3-5
Μετάφραση:

Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2012

"Η ζωή εκ τάφων"


Το βιβλίο "Η ζωή εκ τάφων" περιγράφει αναλυτικά τα συγκλονιστικά γεγονότα που συνέβησαν κατά τα έτη 1959-1962 στην περιοχή Θερμή της Λέσβου. Τρείς άγιοι, ο Άγιος Ραφαήλ, ο Άγιος Νικόλαος και η Αγία Ειρήνη εμφανίστηκαν πολλές φορές και σε πολλούς κατοίκους της Θερμής και των γύρω χωριών, και αποκάλυψαν ότι το έτος 1463 επιτέθηκαν οι Τούρκοι σε ένα μοναστήρι που βρίσκονταν στον λόφο πάνω από την Θερμή, βασάνισαν φρικτά και σκότωσαν τους τρεις αγίους καθώς και πολλούς μοναχούς και κατοίκους που είχαν καταφύγει στο μοναστήρι. Οι άγιοι αποκάλυψαν τα ονόματα τους, την ζωή τους, και -το εκπληκτικώτερο- τα ακριβή σημεία όπου ήταν θαμένοι. Και όλα αυτά με εμφανίσεις σε πολλούς ανθρώπους, έτσι ώστε οι μαρτυρίες του ενός να επιβεβαιώνουν και να συμπληρώνουν τις μαρτυρίες του άλλου. Οι άγιοι επίσης υπέδειξαν πού να σκάψουν για να βρεθούν άγια εικονίσματα και το αγίασμα του αρχαίου μοναστηριού, ενώ από τις πρώτες εμφανίσεις επιβεβαίωσαν την αγιότητά τους με την επιτέλεση θαυματουργικών ιάσεων. Μια ιερή ιστορία, ένας ιερός τόπος αναδύθηκαν από την απόλυτη λήθη μετά 500 χρόνια, καθώς τίποτε δεν είχε απομείνει από το ολοκαύτωμα της αρχαίας μονής, ούτε στην μνήμη των κατοίκων, ούτε στην επιφάνεια της γης, αφού τα χώματα και τα ελαιόδενδρα κάλυψαν τα πάντα. Μόνο κάποια χαλάσματα από παλαιό εξωκκλήσι απέμειναν στόν τόπο αυτό, χωρίς οι ντόπιοι να γνωρίζουν την προέλευσή τους. Και όταν, κατά θεία ευδοκία, αποφάσισαν να το αναστηλώσουν, η ώρα των θείων αποκαλύψεων είχε έρθει. Στην συνέχεια παραθέτουμε χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το βιβλίο μαζί με αυθεντικές φωτογραφίες της εποχής των αποκαλύψεων.  
Απροσδόκητο εύρημα Η αρχή των αποκαλύψεων "Ραφαήλ το όνομα μου" Η εύρεση της σιαγόνας του Αγίου Ραφαήλ Οι ενδοιασμοί του Μητροπολίτη Καμένα παιδικά οστά Περίοδος αναβολής και δοκιμασίας Αναμφίβολο καύχημα Νέες ανασκαφές "Σφαγιασθέντες ώσπερ άρνες" "Οι συναθλήσαντες θεοφρόνως" Η μυσταγωγία των Αγίων Κι άλλο μαρτυρικό λείψανο

 
 

Απροσδόκητο εύρημα

[.......................................]

Οι εργασίες άρχισαν στις 22 Ιουνίου του έτους 1959, ημέρα Δευτέρα. Την προηγούμενη μέρα είχαν ανεβή επάνω ο Άγγελος Ράλλης με τον Δούκα Τσολάκη και τον οικοδόμο Ιωάννη Ψαρρό γιά να συνεννοηθούν επί τόπου. Θα έκτιζαν το Εκκλησάκι στη θέση ακριβώς όπου ήταν τα ερείπια από το παλιό Ερημοκλήσι. Ο Τσολάκης ανέλαβε να ισοπεδώσει μόνος του τον χώρο και να ανοίξει τα θεμέλια. Τη Δευτέρα λοιπόν χάραξε το σχέδιο και προγραμμάτισε το σκάψιμο γιά την επομένη. Μπροστά από την παλιά Αγία Τράπεζα εξείχε από το χώμα η κορυφή μιας πέτρας που έπρεπε να βγεί. Πολλές φορές στο παρελθόν είχε σκοντάψει πάνω της, αλλά προσπαθώντας να τη βγάλει, έβλεπε ότι ήταν χωμένη βαθειά στη γη και δεν την πείραζε. Τώρα όμως δεν χωρούσε αναβολή.

Πραγματικά την άλλη μέρα, 23 Ιουνίου, άρχισε τις εργασίες γιά το άνοιγμα των θεμελίων. Οταν έβγαλε την πέτρα που εξείχε, διαπίστωσε με έκπληξη ότι είχε ένα με ένάμισυ μέτρο ύψος και ότι δεν ήταν από την περιοχή, αλλά ξένη, "σαρμουσακόπετρα" όπως λένε στην τοπική διάλεκτο. Αποκάτω υπήρχε μια μικρή στρογγυλή κολωνίτσα σπασμένη, που στηριζόταν πάνω σε μια πλάκα. Κτυπώντας την πλάκα με τον κασμά, άκουσε ένα υπόκωφο κρότο. Ένιωσε ένα περίεργο αίσθημα χαράς. «Ή σε πηγάδι έπεσα ή σε θησαυρό» μονολόγησε. «Την άνοιξα, αλλά είδα σκοτάδι, αφηγείται ο ίδιος. Την ίδια ώρα με κτύπησε μια ευχάριστη μυρουδιά. Κολώνια δεν έχω, για να μυρίζει· από που προέρχεται αυτή η μυρουδιά, αναρωτήθηκα. θα θυμιάζουν ως φαίνεται οι γυναίκες στο χωριό και την φέρνει ο αέρας ως εδώ.

Εκείνη την ώρα ήρθε ο οκτάχρονος γιος μου ο Δημητράκης με το μεσημεριανό φαγητό. Ήταν ο πιό κατάλληλος γιά να κατεβή στο μικρό σκοτεινό άνοιγμα. Πρώτα έριξα μια πέτρα στο κενό και με τον κρότο που έκανε βεβαιώθηκα ότι είχε μικρό βάθος και δεν υπήρχε νερό. Έπιασα τότε τον μικρό από τους ώμους και τον κατέβασα από το μικρό άνοιγμα. Με τα λεγόμενα του ο Δημητράκης μου έδωσε να καταλάβω ότι πρόκειται γιά τάφο. Μεγάλωσα το άνοιγμα γύρω στο ένα μέτρο πλάτος και χρησιμοποιώντας γιά λοστό ένα ξύλο σήκωσα την πλάκα και αντίκρισα ένα ανθρώπινο σκελετό...».

Μια μαύρη πάχνη σκέπαζε όλα τα οστά και, μόλις διαλύθηκε στο φύσημα του αέρα, φάνηκαν κατακίτρινα. Ο νεκρός είχε τα χέρια σταυρωμένα, με λυγισμένα τα δάκτυλα. Το κεφάλι, αποκομμένο από το υπόλοιπο σώμα, απείχε περίπου μια πιθαμή. Το κάτω σαγόνι έλειπε και στη θέση του υπήρχε ένα κεραμίδι με τρείς βυζαντινούς σταυρούς χαραγμένους. Για προσκέφαλο είχε μια λιγδόπετρα. Ο τάφος ήταν φτιαγμένος στα πλάγια με πέτρες και στον πυθμένα με κόκκινες πλάκες. Ανάμεσα στις πέτρες, κεραμίδια παλιάς εποχής μαυρισμένα, μάλλον από φωτιά. Στο κεφάλι και στα πόδια του νεκρού ο τάφος σχημάτιζε καμάρα και στη μια πλευρά είχε μια θυρίδα με ένα χωματένιο καντήλι.

Η ευωδία συνέχισε να βγαίνει κατά κύματα. Προσπάθησε με το φτυάρι να βγάλει τα οστά, αλλά κατά παράδοξο και ανερμήνευτο τρόπο δεν μπορούσε να βάλει κανένα στο φτυάρι. Με πολλά ερωτηματικά κατέβασε και πάλι το γιό του στον τάφο. Το παιδάκι έπιασε με τα χεράκια του ένα-ένα όλα τα οστά, και ο ίδιος από πάνω τα έπαιρνε και τα έβαζε πάνω σ’ ένα σακί στη ρίζα ενός δέντρου.

Το βράδυ κατέβηκε στο χωριό, πήγε στο καφενείο, όπου και συνάντησε τον Άγγελο Ράλλη. "Τι γίνεται Δούκα; ρωτάει ο Άγγελος. Κοντεύεις να τελειώσεις με τα θεμέλια;". "Αύριο μεθαύριο τελειώνω, αφεντικό" απάντησε ο Τσολάκης και του εξιστόρησε την ανακάλυψη του τάφου πάνω στις Καρυές.

Το είπαν στον εφημέριο της Θερμής π. Ευθύμιο Τσόλο και σε άλλους ντόπιους θερμιώτες. Κανένας όμως δε θυμόταν να έχει ενταφιασθή εκεί χριστιανός. Όλοι τους απαντούσαν "Πως θα πήγαιναν να θάψουν χριστιανό μέσα στο κτήμα του Χασάν-εφέντη που ήταν ο φόβος και ο τρόμος όλων;".

"Έτσι αφεντικό και επιστάτης δεν έδωσαν καμιά απολύτως προσοχή στα οστά που βρέθηκαν. Αντίθετα, η Βασιλική Ράλλη με τη μητέρα της συγκινήθηκαν ιδιαίτερα. "Μας βάραινε ο καημός του συχωρεμένου του πατέρα μου, εκμυστηρεύθηκε η Βασιλική, που δεν τον ενταφιάσαμε όπως αρμόζει σε χριστιανό, αφού χάθηκε αιχμάλωτος στους Τούρκους. Σκεφθήκαμε λοιπόν να κάνουμε το χρέος μας απέναντι στον άγνωστο νεκρό· με την πρώτη ευκαιρία να τα πλύνουμε και να πούμε στον παπά του χωριού μας να τα διαβάσει. Πιστεύαμε ότι ήταν χριστιανού, γιατί είχε το κεραμίδι με τους σταυρούς στο στόμα και ήταν θαμμένος μέσα στο παλιό Ερημοκλήσι μπροστά στην Αγία Τράπεζα. Γι’ αυτό και είπαμε στον Τσολάκη να τα προσέχει μέχρι να τα τακτοποιήσουμε.

Εκείνες τις μέρες ανέβηκε στις Καρυές η Θερμιώτισσα Μυρσίνη Ψάνη μαζί με το εγγονάκι της τον Μιχαλάκη. Ξαφνικά το μικρό βλέποντας τα οστά, σαν παιδί που ήταν, πήρε το κρανίο και το πέταξε, με αποτέλεσμα να σπάσει. Ο Δούκας στενοχωρημένος, γιατί θα του ζητούσαν εξηγήσεις, έβαλε τα οστά μέσα στο σακί και τα απόθεσε στη ρίζα ενός διχαλωτού δέντρου γιά μεγαλύτερη ασφάλεια.

Όταν το σκάψιμο των θεμελίων τελείωσε, ο Τσολάκης συνεννοήθηκε με τεχνίτες γιά να αρχίσουν το κτίσιμο. Ο ίδιος συγκέντρωνε πέτρες από την περιοχή τριγύρω και τις κουβαλούσε εκεί με το ζώο. Κάποια στιγμή επιχείρησε να περάσει πηδώντας πάνω από το χαμηλό άνοιγμα του διχαλωτού δέντρου, στη ρίζα του οποίου είχε αφήσει τα λείψανα του άγνωστου νεκρού. Έμπλεξε το πόδι του στο σακί, σκόνταψε κι έπεσε κάτω. Οργισμένος σηκώνεται, το αρπάζει και το πετάει πέρα φωνάζοντας "Τι λέτε; θα με σκοτώσετε πάνω στις πέτρες;". Πεταμένο το σακί έμεινε μέχρι το δειλινό της ίδιας μέρας.

Την προηγουμένη όμως που είχε ανεβή πάνω ο παπά-Ευθύμιος κι έκανε τον Αγιασμό της θεμελιώσεως, του είχε πεί να τα φυλάξει σε μιαν άκρη, ώσπου να τελειώσει το Εκκλησάκι, να διαβάσει Τρισάγιο και να τα θάψουν πίσω από το Ιερό. Σκέφθηκε λοιπόν ο Δούκας να συμμαζέψει το σακί. "Καθώς έσκυψα" αφηγείται ο ίδιος "νόμιζες πως με πιάσαν δύο χέρια από τους ώμους και με ταρακούνησαν γερά σαν να με διαπερνούσε ηλεκτρικό ρεύμα. Σκυφτός όπως ήμουν, γυρνώ προς τα πίσω σαστιμένος, αλλά δεν είδα κανέναν. Ξαναεπιχειρώ... τα ίδια! Τολμώ γιά τρίτη φορά... τίποτα! Μια αόρατη δύναμη με εμπόδιζε να αγγίξω το σακί. Περίεργο πράγμα, μονολόγησα και έκανα το σταυρό μου μετά από εικοσιτρία ολόκληρα χρόνια. Τότε ένιωσα ότι η ανεξήγητη αυτή δύναμη έπαψε να με εμποδίζει, πήρα το σακί και το κρέμασα σε μιά ελιά. Απ’ το μυαλό μου πέρασε η σκέψη ότι εκείνος ο νεκρός θα ήταν δίκαιος άνθρωπος".

Πάνω

Η αρχή των αποκαλύψεων

Οι εργασίες συνεχίζονταν. Οι εργάτες έκτιζαν το Εκκλησάκι σύμφωνα με το σχέδιο που χάραξε ο Δούκας. Στα μισά περίπου του κτισίματος οι πέτρες τελείωσαν, και έσκαψαν λίγο πιο πέρα γιά να βρουν άλλες. Σκάβοντας ανακάλυψαν βαθειά στο χώμα κάτι σπασμένα μάρμαρα και εκκλησόπετρες, όπως έλεγαν. Ήταν 3 Ιουλίου 1959, όταν προχωρώντας στο βάθος βρήκαν ένα τοίχο θολωτό με αγιογραφίες. Επρόκειτο, όπως αργότερα εξακριβώθηκε, γιά τη δεξιά αψίδα του Ιερού αρχαίας Εκκλησίας. Αυτοί όμως, χωρίς να το πουν σε κανέναν, άρχισαν να "ξηλώνουν" τον τοίχο και να βάζουν στην άκρη τις πέτρες, γιά να τις χρησιμοποιήσουν.

Την ώρα εκείνη ανέβηκε στις Καρυές η Μαρία Τσολάκη μαζί με τον τετράχρονο γιό της τον Παναγιώτη, γιά να φέρει φαγητό στον άντρα της, τον Δούκα. Βλέποντας τον αρχαίο τοίχο με τις αγιογραφίες, λυπήθηκε. "Κρίμα είναι, καλέ. Πώς τον χαλάτε έτσι;". Αυτοί δεν της έδωσαν σημασία. Η Μαρία προχώρησε προς το μέρος όπου είχαν μεταφέρει την Αγία Τράπεζα από το Ερημοκλήσι, γιά να ανάψει κανένα κερί. Προχωρώντας, βλέπει από το μονοπάτι που οδηγεί στα Πάμφιλα να έρχεται ένας παπάς. Νόμισε πως ήταν ο π. Παχώμιος, εφημέριος του γειτονικού χωριού, γιατί είχε ακούσει ότι ήταν ύψηλόσωμος, σαν τον κληρικό που ανέβαινε.

Όταν την πλησίασε, η Μαρία έσκυψε να του βάλει μετάνοια γιά να πάρει την ευχή του. Πρόσεξε τότε ότι ο κληρικός δεν πατούσε στη γη και, σηκώνοντας το βλέμμα της, είδε τα μάτια του να λάμπουν σαν το φως του ήλιου. Σαστισμένη φοβήθηκε να του φιλήσει το χέρι και δεν του μίλησε. Τον προσπέρασε, προχώρησε λίγο και, γυρίζοντας σε μια στιγμή να δει προς τα που πήγε, αποσβολώθηκε. Ο κληρικός βρισκόταν στην ίδια θέση ακέφαλος! "Έντρομη έβγαλε μια φωνή "Παναγία μου!", και ο ιερέας χάθηκε από τα μάτια της μέσα σε μια λάμψη.

Πανικόβλητη αρπάζει το παιδί και αρχίζει να τρέχει γιά το χωριό, ρίχνοντας φοβισμένη ματιές προς τα πίσω, γιατί την ακολουθούσε η σιλουέτα εκείνου του κληρικού. Οι άλλοι εργάτες μόλις την είδαν να τρέχει, είπαν παραξενεμένοι στον άντρα της "Η γυναίκα σου τρέχει και βλέπει καταπόδι της". Ο Δούκας ανησύχησε κι έτρεξε να την προφθάσει. "Γιατί φεύγεις σαν να σε κυνηγάν και δεν στέκεσαι να πάρεις τα πράγματα; Τι έπαθες στα καλά καθούμενα;". "Καλά το λένε πως φαντάζει· εγώ, μαθές, είδα τον παπά χωρίς κεφάλι" του άπαντα εκείνη. "Βρε, δεν είσαι με τα καλά σου, διάβασμα θέλεις. Εμείς δουλεύουμε δέκα άτομα, δεν είδαμε τίποτε. Εσύ θα τον έβλεπες μέρα μεσημέρι;". "Εγώ δεν ξανανεβαίνω πάνω. Το φαγητό να το παίρνεις μόνος σου".

Αυτά τα λόγια αντάλλαξαν, και η Μαρία αναστατωμένη έφυγε τρέχοντας γιά το χωριό. Σ’ όλο το δρόμο την ακολουθούσε ο κληρικός. Στα μισά περίπου συναντά μια γριά Θερμιώτισσα, τη Σοφία Καρανικόλα, η οποία, βλέποντας την σ’ αυτήν την κατάσταση, τη ρώτησε "Τι έπαθες, κόρη μ'; Μην είδες τον παπά; Αυτή η Παναγία εκεί πάνω φάνταζε από παλιά, αλλά κανένας δεν έπαθε ποτέ κακό". Η Μαρία ντράπηκε να της το πει· την χαιρέτησε και συνέχισε το δρόμο της.

Το ίδιο βράδυ είδε ένα ολοζώντανο όνειρο, που ήταν η αρχή των αποκαλύψεων. Μια πανέμορφη μαυροφόρα γυναίκα ήρθε δίπλα της, έβαλε το κρύο χέρι της στο μέτωπο της και της είπε: "Μαρία, δεν έπρεπε να φοβηθής. Αυτός που είδες δεν ήταν φάντασμα, ούτε ο παπάς του χωρίου. Ήταν ο καλόγερος που ασκήτευε εκεί πάνω και τον έσφαξαν οι Τούρκοι. Μια μέρα θα μάθετε το όνομα του, την καταγωγή του και τα μαρτύρια του όλα. Εκεί πάνω είμαστε δύο χάρες, Παναγία και αγία Παρασκευή. Δεν θέλω κεριά, θέλω καντήλι ακοίμητο. Σήκω τώρα και πάρε το μωρό σου, που κλαίει. Άλλη βραδιά θα σε ξαναεπισκεφθώ, γιατί εκεί θα αρχίσει μεγάλο ιστορικό. Πολλά θα πάθεις, πολλά θα ακούσεις, αλλά εσύ να μη λαθέψεις από το δρόμο που σου χάραξα". Μ’ αυτά τα λόγια, η Παναγία υψώθηκε και χάθηκε.

Η Μαρία ξύπνησε και ένιωθε την κρυάδα στο μέτωπο της. Τόσο ζωντανό ήταν το όνειρο αυτό, ώστε ρώτησε τον άντρα της "Μήπως άφησες την πόρτα ανοιχτή; Λίγο πιο πριν μπήκε μια μαυροφόρα μέσα". "Σίγουρα σάλεψαν τα λογικά σου, της αποκρίθηκε εκείνος. Την ήμερα βλέπεις έναν παπά, τη νύχτα μια μαυροφόρα. Τι θα γίνει με σένα;". Η Μαρία δεν ξαναμίλησε, αλλά μ’ ένα αίσθημα χαράς και φόβου ξημερώθηκε με το παιδί στην αγκαλιά.

Το πρωί παρ’ όλη την περιπέτεια της προηγούμενης ημέρας, ανέβηκε στις Καρυές, πήρε το πήλινο καντήλι που είχε βρεθή στον τάφο του άγνωστου νεκρού και το άναψε πάνω στην παλιά Αγία Τράπεζα. Από τότε φρόντιζε να καίει νύχτα μέρα ακοίμητο. Στενοχωρημένη μάλιστα καθώς ήταν από τα λόγια του άντρα της, παρακάλεσε με θερμή πίστη την Παναγία· ""Ας ήταν να έβλεπε κάτι και ο άντρας μου, να πιστέψει κι εκείνος πως αυτά που είπα δεν τα έβγαλα από το μυαλό μου".

Εντωμεταξύ μαθεύτηκε σ’ όλο το χωριό ότι η Μαρία Τσολάκη είδε τον παπά στο κτήμα του Ράλλη, και άρχισαν τα σχόλια. Ο γέρο-Ηλίας όμως ο Διγιδίκης βρήκε τον Δούκα και τον καθησύχασε λέγοντας του ότι κι εκείνος μικρός είχε δεί όχι μόνο έναν, αλλά δύο παπάδες να εμφανίζονται και να χάνονται ξαφνικά στο κτήμα αυτό.

Την Κυριακή, δύο τρείς μέρες δηλαδή μετά, ο Δούκας ανέβηκε πρωί πρωί στις Καρυές με το κυνηγετικό όπλο στο χέρι. Πήγε γιά να σκοτώσει μια αλεπού που πρίν λίγες μέρες του έπνιξε ένα κατσίκι στο λαγκάδι. Η ώρα περνούσε χωρίς αποτέλεσμα. Άπρακτος κάθησε σε μια καμπουρωτή ελιά να ξαποστάσει, θα ήταν η ώρα της θ. Λειτουργίας, γιατί ηχούσαν οι καμπάνες του χωριού. Καθώς το βλέμμα του ήταν στραμμένο προς το μονοπάτι γιά τα Πάμφιλα, βλέπει να έρχεται από μακριά ένας αξιωματικός με χακί ρούχα, χρυσά κουμπιά, χωρίς καπέλο όμως ή άλλα διακριτικά. Όπως ερχόταν, τον είδε να κάνει πρώτα το σημείο του Σταυρού κι έπειτα να σταυρώνει τα χέρια του στο στήθος. «Απόστρατος αξιωματικός θα είναι, σκέφτηκε, και έρχεται από τα Πάμφιλα να δει κανένα κτήμα. Κυριακή μέρα, είδε που κτίζεται η Εκκλησία και κάνει το σταυρό του...».

Με τις σκέψεις αυτές ο Δούκας συνέχισε να κάθεται αμέριμνος. Ο αξιωματικός πλησίαζε και σε κάθε του βήμα σταυροκοπιόταν. "Μπα, αγαθός είναι ετούτος" είπε ο Δούκας και τον κοίταξε πιο προσεκτικά. Η μορφή του ασυνήθιστη, αλλιώτικη. Τα μάτια του άστραφταν σαν καθρέφτες που αντανακλούν το φως του ήλιου. Ο Δούκας άρχισε να ανησυχεί. "Μήπως έρχεται με σκοπό να μου πάρει το όπλο από τα χέρια;" Σηκώθηκε όρθιος και του φώναξε χειρονομώντας. "Τι γυρεύετε, κύριε; Κανένα κτήμα; Να σας το δείξω... Ε! δεν με βλέπεις, δεν μ’ ακούς;". Ο αξιωματικός δεν αποκρίθηκε. Συνέχισε να προχωράει, ώσπου πλησίασε στα τρία μέτρα. Έκανε γιά πολλοστή φορά το σημείο του Σταυρού. Τα μάτια του έλαμψαν μ’ ένα ανερμήνευτο τρόπο. "Τι πράγμα είναι αυτό πάλι;" είπε ο Δούκας κι έκανε να αρπάξει το όπλο που είχε ακουμπησμένο δίπλα του. Καθώς όμως τον είδε να έρχεται κατεπάνω του, έχασε την ψυχραιμία του και βλασφήμησε.

Την ίδια στιγμή ο αξιωματικός χάθηκε μέσα σ’ ένα φως σαν αστραπή. Τα μάτια του Δούκα θόλωσαν και έχασε το φως του γιά αρκετά λεπτά. «Από την τρομάρα μου μήτε όπλο λογάριασα μήτε τίποτε άλλο. Άρχισα να τρέχω προς το χωριό και γιά πότε έφθασα σπίτι μου δεν το κατάλαβα» αφηγείται ο ίδιος. Η γυναίκα του καθώς τον είδε να φθάνει ταραγμένος, ανησύχησε. "Να δείς που θα μάλωσε με τον ιδιοκτήτη του διπλανού κτήματος γιά το νερό". Στην επιμονή της να μάθει τι του συνέβη, της αποκρίθηκε "Τσιμουδιά δε θα βγάλεις. Εσύ τον είδες παπά, εγώ τον είδα αξιωματικό! Αλλά προσοχή, να μην το μάθει κανείς. Αυτά τα περίεργα που γίνονται στις Καρυές, γιά σε πολύ καλό θα μας βγουν, γιά σε πολύ κακό".

[.......................................]

Πάνω

"Ραφαήλ το όνομα μου"

Λίγες μέρες αργότερα γίνεται και άλλο θαύμα από τον άγνωστο Άγιο. Η Βασιλική Ράλλη υπέφερε αρκετό καιρό από το στομάχι της. Ό,τι φάρμακα κι αν έπαιρνε, δεν έβλεπε καμιά βελτίωση, και η εγχείρηση ήταν αναπόφευκτη. Μόλις όμως πληροφορήθηκε το θαύμα του Αγίου στην Παρασκευή Δουργκούνα, ανέβηκε με την Μαρία Τσολάκη στις Καρυές και παρακάλεσε με δάκρυα τον Άγιο να την θεραπεύσει. Όταν κατέβηκε στο χωριό, ο άντρας της και η μητέρα της την μάλωσαν, που πήγε στο βουνό και ταλαιπωρήθηκε, ενώ είχαν προγραμματίσει να κάνουν την επομένη μια σειρά ιατρικών εξετάσεων στη Μυτιλήνη. Εκείνη στενοχωρήθηκε πολύ και με κλάματα έπεσε να κοιμηθή.

Μόλις την πήρε ο ύπνος, βλέπει ένα μοναχό με γλυκύτατη και ασκητική μορφή να στέκεται στο πλάι της. "Μην κλαίς. Εμένα μ’ έσφαξαν γιά τον Χριστό, ας σε μάλωσαν και σένα γιά χάρη μου. Θα αποδείξω μια μέρα σε όλους ότι έχουν άδικο. Τα οστά που βρήκατε είναι δικά μου, είμαι άγιος και θα κάνω πολλά θαύματα. Που πονάς, παιδί μου;". "Στο στομάχι μου" απαντά η Βασιλική. Απλώνει τότε το χέρι του και την σταυρώνει τρεις φορές λέγοντας: "Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος... Βασιλική, είσαι καλά. Προχώρει, μη δειλιάζεις, κι εγώ θα μεσιτεύω στον Κύριο γιά σένα".

Την ίδια στιγμή ξύπνησε κι έκανε το σταυρό της με δάκρυα ευγνωμοσύνης. Η γαλήνια μορφή του Αγίου ήταν βαθειά αποτυπωμένη στο νου της. Το πρωί σαν ξημέρωσε, διηγήθηκε το θαύμα στους δικούς της. Εκείνοι δεν πίστεψαν ότι έγινε καλά και επέμεναν να κάνει τις εξετάσεις. Η Βασιλική όμως ήταν υπερβέβαιη γιά την ευεργεσία και τους αγνόησε. Πραγματικά, από τότε μέχρι σήμερα, μετά από τόσα χρόνια, δεν την ξαναενόχλησε το στομάχι της κι ούτε χρειάστηκε να πάει σε γιατρό η να πάρει φάρμακα. Μετά τη θαυμαστή θεραπεία της, ανέβαινε σχεδόν κάθε μέρα στις Καρυές και προσευχόταν. Ασπαζόταν το κασονάκι όπου είχαν τοποθετήσει τα λείψανα και θερμοπαρακαλούσε: "Ποιός είσαι, άγνωστε μου Άγιε; Σε πιστεύω με όλη μου την καρδιά. Πες το όνομα σου να το δοξάσουμε όπως σου αξίζει".

Μια νύχτα λοιπόν ξαναείδε στον ύπνο της τον μοναχό με την χαρακτηριστική επιβλητική φυσιογνωμία. "Είμαι ο οσιομάρτυς Ραφαήλ, της λέει. Δικά μου είναι τα οστά που βρέθηκαν. Ζούσα στο Μοναστήρι των Καρυών και μ’ έσφαξαν οι Τούρκοι, αφού προηγουμένως με βασάνισαν σαν τον Χριστό. Είμαι άγιος και θα κάνω πολλά θαύματα". Ξύπνησε και θυμόταν καλά το όνομα: Ραφαήλ, θα ήταν τρείς η ώρα. Από τη συγκίνηση και τον ενθουσιασμό της ξύπνησε και τον άντρα της να του το πει. Το πρωί το συζήτησαν και με τη μητέρα της. Την συμβούλεψαν να μην πει λέξη σε κανένα, γιά να μην τους σχολιάζουν στο χωριό.

Μετά από λίγο, την ώρα που έτρωγαν το πρωινό τους, ήρθε οτό σπίτι τους η Μαρία Τσολάκη και κοντοστεκόταν σαν να ήθελε κάτι να τους πει. "Τι είναι, Μαρία; Μην είδες πάλι εκείνον τον πάπαδο;" την πείραξε ο Άγγελος, γιατί έτσι έλεγε η Μαρία τον κληρικό που είχε δει ακέφαλο πάνω στις Καρυές, επειδή ήταν υψηλόσωμος. "Όχι, Άγγελε. Μόνο είδα την ίδια μαυροφόρα γυναίκα, την Παναγία, και μου είπε ότι το όνομα εκείνου του παπά είναι Ραφαήλ".

Ακούγοντας τα λόγια της, έμειναν και οι τρεις άναυδοι. "Τι πάθατε, Άγγελε; Εγώ στ’ αλήθεια είδα την Παναγία και μου είπε τρεις φορές το όνομα". "Σε πιστεύω, Μαρία, αποκρίθηκε ο Άγγελος, γιατί το ίδιο όνομα έμαθε και η Βασιλική απόψε το βράδυ. Είμαστε ξυπνητοί από τις τρεις τα χαράματα και, τώρα μόλις, πάλι την ίδια συζήτηση είχαμε. Αν μεσολαβούσε λίγη ώρα και κατέβαινα στην αγορά χωρίς να με προλάβεις, θα έλεγα ότι είχατε συνεννοηθή. Ενώ τώρα είναι ολοφάνερο πως κάτι σπουδαίο έγινε και στις δυό σας. Αλλά πες μας τι ακριβώς είδες".

"Χθες το απόγευμα ανεβήκαμε με την γυναίκα σου την Βασιλική και τον γιο μου τον Παναγιώτη στις Καρυές να ανάψουμε τα καντήλια. Πλησιάζοντας στο Εκκλησάκι, μου λέει το παιδί "Μαμά, στην ελιά έξω από την Εκκλησία κάθεται μια γριούλα και με καλεί με το χέρι της". Εμείς δεν βλέπαμε τίποτε και το ρώτησα που ήταν η γριά. "Μπήκε μέσα στην Εκκλησία" μας απάντησε κι έτρεξε να πάει κι εκείνο μέσα. Βγήκε όμως έκπληκτο και μας είπε ότι η γριούλα βγήκε από το παράθυρο. Δεν το πιστέψαμε και το μάλωσα, νομίζοντας ότι μας κορόιδευε. Τη νύχτα όμως είδα την Παναγία στον ύπνο μου και μου είπε: "Το παιδί δεν είπε ψέματα, Μαρία. Εγώ ήμουν, και αν τ’ άφηνες μόνο του, θα του έδινα την εικόνα μου στην αγκαλιά του. Εδώ μ’ έχει θαμμένη με τα χέρια του ο πάτερ Ραφαήλ, ο καλόγερος που ζούσε εδώ πάνω και τον έσφαξαν οι Τούρκοι".

Την ίδια στιγμή παρουσιάσθηκε στα δεξιά της ο παπάς εκείνος, τον έδειξε με το χέρι της και μου είπε: "Δικά του είναι τα οστά που βρήκατε. Αύριο να πάς στον παπά-Παχώμιο που είναι στο διπλανό χωριό, να του πείς ν’ ανεβή στο Εκκλησάκι, να λειτουργήσει και να μνημονεύσει τα οστά με το όνομα Ραφαήλ, όχι αγνώστου. Να κάνετε και κόλλυβα. Αν δεν πάς, χειρότερα από τον άντρα σου θα πάθεις!". Την ρώτησα, γιατί να πάμε στον παπά-Παχώμιο και όχι στον παπά του χωριού μας, και μου απάντησε. "Γιατί είναι καλογερόπαπας". Τρείς φορές είδα το ίδιο όνειρο, γιατί κάθε φορά που ξυπνούσα, ξεχνούσα το όνομα. Που να το θυμάμαι; Μαθές, έχουμε τέτοιο όνομα στο χωριό μας; Την τρίτη φορά μου λέει η Παναγία "Σήκω, κόρη μου, και γράψε το όνομα του, να μην το ξεχάσεις"...".

Δόξασαν το όνομα του Θεού και πήραν την απόφαση να πάνε να ειδοποιήσουν τον ιερομόναχο Παχώμιο, εφημέριο της γειτονικής Κοινότητας των Πύργων. Αλλά η μητέρα της Μαρίας, όταν της το είπαν, αντέδρασε και ξεσήκωσε όλη τη γειτονιά με τις φωνές της. Έτσι, αναγκάσθηκαν να στείλουν τη γειτόνισσα τους Βιργινία Αδάμ. Ο π. Παχώμιος αμφέβαλε γιά τη γνησιότητα των ονείρων και της είπε "Την Λειτουργία θα σας την κάνω με όλη μου την καρδιά, αλλά μη μου ζητάτε να μνημονεύσω αυτό το όνομα. Χρειάζεται προηγουμένως να πάρω άδεια από τη Μητρόπολη". Ήταν 6 Όκτωβρίου 1959.

Τα ξημερώματα της επόμενης μέρας, που θα τελούσε τη Λειτουργία, είδε το ακόλουθο όνειρο και μάλιστα δε δίστασε να το περιγράψει με γραπτή κατάθεση του προς τον Μητροπολίτη. "Βρέθηκα στο νεόκτιστο Εκκλησάκι του λόφου των Καρυών, που έλαμπε ολόκληρο από φως. Στα αριστερά της Αγίας Τραπέζης είδα ένα κληρικό με άσπρα μαλλιά και γένια που έμοιαζε με τον παπά-Ευθύμιο, τον εφημέριο της Θερμής. Του λέω "Ούτε ιερό έκανες, αλλά ούτε και νιπτήρα να πλύνω τα χέρια μου". Αμέσως εκείνος άλλαξε όψη και φάνηκε με διαφορετική μορφή· υψηλός, με μαύρα μαλλιά και μαύρα γένια, σοβαρός, επιβλητικός. "Έμαθα ότι ο νέος ασκητής που φανερώθηκε ονομάζεται Ραφαήλ" του είπα, κι εκείνος συμπλήρωσε με έμφαση "Καί η καταγωγή μου εξ Ιθάκης". "Σκέφτομαι, συνέχισα, να παραγγείλω την εικόνα του στο Άγιον Όρος, όπου αγιογραφούν με ευλάβεια". "Και την Ακολουθίαν μου μαζί" αποκρίθηκε ο "Άγιος".

Την άλλη μέρα το πρωί λειτούργησε στο Εκκλησάκι των Καρυών και μνημόνευσε γιά πρώτη φορά το όνομα Ραφαήλ. "Αν δεν πιστεύετε, είπε στο εκκλησίασμα, αυτές τις γυναίκες που πληροφορήθηκαν το όνομα του Αγίου, πιστέψτε εμένα που βαστώ τα Άγια και τρέμει η γη κι ο ουρανός· Ραφαήλ είναι το όνομα του Αγίου".

Εντωμεταξύ μέσα στον Οκτώβριο του 1959 πολλαπλασιάζονται οι εμφανίσεις του Αγίου κατά τις οποίες ο ίδιος φανερώνει το όνομα του σε πολλά πρόσωπα. Ένας απ’ αυτούς, ο Κώστας Τσαλίκης, πήγε στο Εκκλησάκι των Καρυών μια εικόνα του Ταξιάρχη γιά αφιέρωμα και άκουσε μια φωνή "Κώστα, Κώστα, το όνομα μου είναι Ραφαήλ!" Τρομοκρατημένος άφησε την εικόνα και έφυγε τρέχοντας γιά το χωριό.

Η ανεψιά του εφημερίου της Θερμής π. Ευθυμίου, Μυρσίνη Λυκαρδοπούλου, είδε στον ύπνο της τον "Άγιο αυστηρό να την πιάνει από το χέρι και να επαναλαμβάνει: "Ραφαήλ, Ραφαήλ, Ραφαήλ είναι το όνομα μου! Μην αμφιβάλλεις".

Η συνταξιούχος καθηγήτρια Ευγλωττία Σβορώνου, από τους Πύργους, τον είδε μέρα μεσημέρι μέσα στο σπίτι της με λαμπερό μαύρο ράσο, επανωκαλύμμαυχο και κομποσχοίνι περασμένο στο λαιμό. Συγκλονισμένη η Εύγλωττία πήγε αμέσως στον π. Παχώμιο και του ζήτησε να ανεβούν στις Καρυές, όπου και έψαλαν Παράκληση μπροστά στα λείψανα του Αγίου.

Η Μαρία Δουργκούνα είδε στον ύπνο της, στα μέσα Νοεμβρίου 1959, ότι μπήκαν στο σπίτι τους δύο γυναίκες μαζί με ένα μοναχό. Η μία γυναίκα κρατούσε ένα άρτο και της είπε ότι ήταν η Θεοτόκος, ενώ η άλλη με τον Σταυρό στο χέρι ήταν η αγία Παρασκευή. Ο μοναχός την πλησίασε και την ρώτησε τι βιβλία διαβάζει. "Να διαβάζεις την Αγία Γραφή" της είπε. Εκείνη τότε τον ρώτησε ποιος ήταν, και της απάντησε: "Ο άγιος Ραφαήλ από την Ιθάκη".

[.......................................]

Πάνω

Η εύρεση της σιαγόνας του Αγίου Ραφαήλ

Οι αποκαλύψεις συνεχίζονται και τα γεγονότα παίρνουν μεγαλύτερες διαστάσεις. Τον Ιανουάριο του 1960, η Μαρία Τσολάκη είδε στον ύπνο της τον άγιο Ραφαήλ και της έδειξε μια ελιά κοντά στο Εκκλησάκι των Καρυών, λέγοντας ότι εκεί, στη θέση αυτής της ελιάς, υπήρχε στα χρόνια τους μια καρυδιά· σ’ εκείνην την καρυδιά τον είχαν κρεμάσει ανάποδα οι Τούρκοι και στο τέλος τον πριόνισαν στο στόμα. Της έδωσε μάλιστα εντολή να σκάψουν οπωσδήποτε σ’ εκείνο το σημείο, γιατί εκεί βρισκόταν η σιαγόνα του, η οποία έλειπε από τα ανευρεθέντα λείψανα του. Την ίδια στιγμή είδε την αναπαράσταση όλων των μαρτυρίων και του πριονισμού του Αγίου. Χρειάστηκε όμως να δεί τον Άγιο κι άλλα δύο βράδια, γιά να νικήσει τους δισταγμούς της και να το πεί στον άντρα της. Ενημέρωσαν την οικογένεια Ράλλη, ιδιοκτήτες του κτήματος, κι εκείνοι συμφώνησαν να υπακούσουν στην υπόδειξη του Αγίου.

Μια Κυριακή μετά την Εκκλησία, η Μαρία με τον Δούκα ανέβηκαν στο λόφο των Καρυών γιά να σκάψουν. Συνάντησαν εκεί την Αγγελική Μαραγκού, τον Γεώργιο Μυκονιάτη και μερικές γυναίκες που είχαν ανεβή γιά να προσευχηθούν. Η Μαρία έδειξε στο Δούκα το σημείο που υπέδειξε ο Άγιος· ήταν το σημείο όπου τον είχε δει γιά πρώτη φορά, ακέφαλο. Ο Δούκας ξερίζωσε το δένδρο και άρχισε να σκάβει. Οι ώρες περνούσαν, η εργασία συνεχιζόταν, χωρίς να βρίσκεται όμως τίποτε, και ο Δούκας άρχισε να εκνευρίζεται και να τα βάζει με τη γυναίκα του. Σε λίγο, το σκάψιμο έφθασε σε σημείο αδιέξοδο. Στη θέση του δέντρου είχε ανοιχθή ένας λάκκος διαμέτρου διόμισυ μέτρων και βάθους ενάμισυ, ενώ στον πυθμένα υπήρχε ένας μεγάλος βράχος. Για μιά στιγμή ο Δούκας σκέφθηκε να τα παρατήσει. “Αλλά μέχρι σήμερα δεν μπορώ να καταλάβω, εξομολογείται ο ίδιος, ποιά δύναμη με έσπρωχνε να συνεχίσω".

Έσκαψε γύρω γύρω τα χώματα, στήριξε έπειτα τις πλάτες του στα τοιχώματα του λάκκου, βάζοντας όλη του τη δύναμη, έσπρωξε με τα πόδια του το βράχο. Ο βράχος μετακινήθηκε και τότε έκπληκτοι όλοι είδαν αποκάτω μιά ανθρώπινη σιαγόνα. Ήταν κατακίτρινη, ανέδιδε μια έντονη ευωδία και δεν της έλειπε κανένα δόντι. "Αυτό είναι το σαγόνι του Αγίου, μονολόγησε ο Δούκας. Άν δεν μας έδειχνε ο ίδιος το σημείο, δεν θα το βρίσκαμε ποτέ". Μ’ αυτές τις σκέψεις το έπιασε με ευλάβεια και το έδωσε στη γυναίκα του, λέγοντας της να το βάλει με προσοχή μέσα στο κασονάκι, με τα υπόλοιπα λείψανα. Εκείνη το πήρε, πήγε στο Εκκλησάκι, αλλά επειδή φοβήθηκε να πλησιάσει στο κασονάκι, το έρριξε βιαστικά στο περβάζι του παραθύρου, χωρίς να πει σε κανένα τίποτε. Μέχρι το βράδυ, όμως που έπεσε να κοιμηθή, κάτι την βασάνιζε μέσα της.

Τη νύχτα είδε στον ύπνο της τον άγιο Ραφαήλ, ο όποιος την έπιασε από τον ώμο, την τράνταξε δυνατά και της είπε αυστηρά: "Γιατί φοβήθηκες και πέταξες το σαγόνι μου; Το σαγόνι που βρήκατε είναι το δικό μου, που το έκοψαν οι Τούρκοι και το πέταξαν. Παρασύρθηκε από τα αίματα μέχρι τη ρίζα του βράχου, εκεί που το βρήκατε. Όταν ανέβηκαν οι Χριστιανοί και μας έθαψαν κρυφά, δεν το βρήκαν να το θάψουν μαζί με το υπόλοιπο σώμα μου. Δεν φοβήθηκες τότε που πλύνατε με τη Βασιλική τα οστά μου, και φοβήθηκες τώρα; Να σηκωθής αύριο πρωί πρωί, να πάς να το πάρεις, να το πλύνεις και να το βάλεις μέσα στο κιβώτιο με τα οστά μου. Άν δεν το κάνεις, θα τιμωρηθής όπως ο άντρας σου!".

Πράγματι, την άλλη μέρα το πρωί, μαζί με την κουμπάρα της Μαριάνθη Ορφανέλλη και τη Βασιλική Ράλλη, παρά το τσουχτερό κρύο και το χιονόνερο που έπεφτε, ανέβηκαν στις Καρυές, έπλυναν τη σιαγόνα του Αγίου, τη θύμιασαν και την τοποθέτησαν μαζί με τα άλλα λείψανα του.

Πάνω

Οι ενδοιασμοί του Μητροπολίτη

Η εύρεση της σιαγόνας του αγίου Ραφαήλ ήταν η πρώτη από το πλήθος των θαυμαστών ευρέσεων που επακολούθησαν. Προς το παρόν αποτελούσε σοβαρό αποδεικτικό στοιχείο γιά τη γνησιότητα του ιστορικού των Αγίων που τότε είχε αρχίσει να αποκαλύπτεται. Μετά απ’ αυτό το γεγονός, αποφάσισαν να ξαναεπισκεφθούν τη Μητρόπολη, γιά να βρουν τον ίδιο τον Μητροπολίτη Μυτιλήνης και να του αναφέρουν γιά την ανεύρεση των λειψάνων και τις εμφανίσεις του Αγίου. Πήγαν λοιπόν οι Επίτροποι της Εκκλησίας με τον Άγγελο Ράλλη, αλλά επειδή δεν είχαν οι ίδιοι προσωπική εμπειρία, δεν κατόρθωσαν να γίνουν πιστευτοί. Όταν γύρισαν, είπε ο Ράλλης στη Μαρία Τσολάκη "Εσύ τον είδες πρώτη, εσύ να πας να τα πεις στο Δεσπότη".

Με τα πολλά εκείνη δέχθηκε και μαζί με την πεθερά του Ράλλη, την Αγγελική Μαραγκού, πήγαν στον Μητροπολίτη. Ο Μητροπολίτης, αφού άκουσε όλα όσα του διηγήθηκε η Μαρία Τσολάκη γιά τα θαύματα και τις εμφανίσεις του αγίου Ραφαήλ, της είπε "Είναι τόσο παράδοξα αυτά που μου λέτε, ώστε δεν μπορώ να τα πιστέψω, θέλω χειροπιαστές αποδείξεις!". "Και τι είναι, Σεβασμιώτατε, ο Άγιος, γιά να τον πιάσω από το χέρι και να τον φέρω εδώ να τον δείτε; Εμφανίζεται γιά λίγο κι ύστερα χάνεται" του αποκρίθηκε με πρωτόγνωρο θάρρος. Τη στιγμή εκείνη της ήρθε στο νου και του διηγήθηκε ένα όνειρο που το είχε δει τρεις φορές τρία διαφορετικά βράδυα πριν λίγο καιρό.

"Σαν να βρισκόμουν στις Καρυές. Βλέπω τον άγιο Ραφαήλ με επανωκαλύμμαυχο έξω από το Εκκλησάκι. Του έβαλα μετάνοια και φίλησα το χέρι του. "Δεν ήρθα εδώ μόνος μου, μου είπε. Ήρθα με το διάκονο Νικόλαο, που μαρτύρησε μαζί μου. Το μνημείο του είναι στο αριστερό προαύλιο της αρχαίας Εκκλησίας, τρία μέτρα αριστερά. Όταν το βρείτε, δεν θα πειράξετε τις πλάκες που έχει επάνω. Ν’ ανεβή αμέσως ο ιερεύς. Εκείνο το βράδυ θα αγρυπνήσετε κοντά του".

Την ίδια στιγμή μου έδειξε που βρίσκεται το μνημείο. Είναι στη βάση μιας ξερολιθιάς. Έκανε τότε τρεις σταυρούς αποπάνω με το χέρι του, λέγοντας "Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του αγίου Πνεύματος". Άνοιξε η γη, και είδα πως ακριβώς είναι το μνημείο. Σκεπασμένο με μαύρες μισοκαμένες πλάκες, κόκκινες πλάκες στα πλάγια, δύο πέτρες δεξιά κι αριστερά να βαστούν το κρανίο, άλλη πέτρα κάτω από το κεφάλι, στο στόμα ένα κεραμίδι με δύο σταυρούς και τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος.

"Λίγο πιο πέρα είδα μια μαυροφόρα που έκλαιγε και μου είπε "Περπατάς, με πατάς και δεν σκύβεις να με πάρεις”».

Όση ώρα τα έλεγε αυτά, ο Δεσπότης τα έγραφε όλα. Στο τέλος την έβαλε και τα υπέγραψε. "Άν πραγματικά, της είπε, ευρεθούν έτσι όπως μου τα είπατε, τότε μόνον θα πιστεύσω ότι όλα είναι αλήθεια".

Όταν γύρισαν στο χωριό και τα διηγήθηκαν, εκνευρισμένος ο άντρας της έβαλε τις φωνές· "Καλά, εσύ στα βαφτίσια τους ήσουν και έβγαλες τον ένα Ραφαήλ και τον άλλο Νικόλαο;". Κι ο Άγγελος Ράλλης της είπε "Εδώ εμείς δεν σιγουρέψαμε ακόμη τον ένα Άγιο, κι εσύ μίλησες και γιά άλλον; Αν δεν βρεθή ο τάφος, τι θα γίνει με τον Δεσπότη; Δεν είναι, μετά, να εμφανισθούμε πουθενά". “Ε, αν δεν βρεθούν, Άγγελε, έτσι ακριβώς όπως τα είπα στον Δεσπότη, τότε θα πούμε πως όλα όσα είδαμε μέχρι τώρα είναι ψέματα".

Πάνω

Καμένα παιδικά οστά (η εύρεση του πιθαριού με οστά της Αγίας Ειρήνης)

Εκείνο τον καιρό, μια άλλη θερμιώτισσα, η Βιργινία Αδάμ, είχε δει στον ύπνο της ότι αριστερά από το Εκκλησάκι, δυό-τρία μέτρα όμως ανατολικότερα από εκεί που έδειχνε η Μαρία Τσολάκη, υπάρχουν μαυρισμένα οστά· μιά άγνωστη γυναίκα της εξήγησε ότι αυτά τα οστά ανήκουν σε μάρτυρα. Το πρωί διηγήθηκε το όνειρο της στον π. Ευθύμιο, στον Άγγελο Ράλλη, στο Δούκα Τσολάκη και σε μερικούς άλλους Θερμιώτες.

Ο Δούκας, πιστεύοντας ότι στο σημείο που είχε δει η γυναίκα του ήταν απίθανο να είχαν θάψει νεκρό, αφού το έδαφος ήταν επικλινές και βραχώδες, αποφάσισε να σκάψει εκεί που έδειξε η Βιργινία Αδάμ, γιατί το χώμα ήταν μαλακό και χωρίς πέτρες. Άρχισε το σκάψιμο και σε μικρό βάθος ήρθαν στο φως μερικά οικιακά σκεύη αρχαίας εποχής, όλα πήλινα, σπασμένα φλυτζάνια, σπασμένες κούπες με ζωγραφισμένους σταυρούς και διάφορα άλλα σχέδια, κρύσταλλα από πολυέλαιο, ένδειξη ότι ήταν αντικείμενα μοναστηριού. Συνεχίζοντας το σκάψιμο, βρήκε τρία μεγάλα πιθάρια.

Το μεγαλύτερο από αυτά ήταν μέσα μαυρισμένο από φωτιά και στον πυθμένα του υπήρχε μια μεγάλη πέτρα μαυρισμένη και καμένη. Κάτω από την πέτρα βρέθηκαν λίγα παιδικά οστά μισοκαμένα: ένα χεράκι, ένα ποδαράκι, δυό-τρία δαχτυλάκια, καρβουνιασμένα πλευρά και μία ωμοπλάτη. Την έκπληξη τους διαδέχθηκε η απογοήτευση· έσκαβαν γιά τον τάφο του διακόνου Νικολάου και αντί γι’ αυτόν βρήκαν ένα πιθάρι με καψαλισμένα παιδικά οστά.

"Να δούμε τώρα, πως θα τα βγάλεις πέρα με τον Δεσπότη, θυμάσαι τι του είπες; Τα υπέγραψες κιόλας" είπε ο Άγγελος Ράλλης στενοχωρημένος στη Μαρία Τσολάκη. "Καί μη χειρότερα, του αποκρίθηκε απογοητευμένη κι εκείνη. Μνημείο γυρεύαμε και κιούπι βρήκαμε. Τέλος πάντων, εδώ επάνω άλλους έσφαξαν, άλλους έκαναν ψητούς και άλλους κρομμυδάτους!" Λέγοντας τα αυτά γέλασε με απλότητα, γέλασαν και οι άλλοι μαζί της. "Εγώ πάντως επιμένω στο σημείο που μου έδειξε κι όχι εκεί που σκάψατε εσείς", συνέχισε.

Την ίδια νύχτα παρουσιάσθηκε στον ύπνο της ο άγιος Ραφαήλ θυμωμένος, την έπιασε από τον ώμο, την τράνταξε με δύναμη και της είπε με πολύ αυστηρό ύφος: "Γιατί περιγέλασες τα οστά που βρέθηκαν στο πιθάρι; Δε φθάνει μόνο αυτό, αλλά εξαιτίας σου γέλασαν και οι άλλοι. Αν ήξερες τι θρήνος έγινε μέσα σ’ αυτό το κιούπι, θα ράγιζε η καρδιά σου! Εκεί μέσα οι αγριότουρκοι βασάνισαν τη Ρηνούλα, το κοριτσάκι του προεστού, με τον πιό βάρβαρο τρόπο μπροστά στους γονείς του, και συ τώρα που βρέθηκαν τα κοκκαλάκια του γέλασες; Όταν οι Χριστιανοί μας έθαψαν νύχτα, έθαψαν και την Ρηνούλα κοντά στον πατέρα της. Αυτά τα κοκκαλάκια ξεχάστηκαν μέσα στο πιθάρι, γιατί τα σκέπαζε η πέτρα που έπεσε από τον γκρεμισμένο τοίχο. Ήταν το δεξί χέρι και το αριστερό πόδι που της έκοψαν οι Τούρκοι".

Ταυτόχρονα της έδειξε την αναπαράσταση αυτού του φρικτού μαρτυρίου. Η Μαρία πετάχθηκε από τον ύπνο τρομαγμένη και έβαλε τα κλάματα. Ο ώμος της, αλλά και το χέρι της ολόκληρο ήταν πιασμένο γιά πολλές μέρες.

Τα λιγοστά οστά της μάρτυρος Ειρήνης τα τοποθέτησαν σ’ ένα ξύλινο κιβώτιο και τα φύλαξαν μέσα στο Εκκλησάκι.

[.......................................]

Περίοδος αναβολής και δοκιμασίας

Ήταν Ιούνιος του 1960. Παρ’ όλους τους δισταγμούς και τις αμφιβολίες, αποφάσισαν να ξανασκάψουν, μιάς και όλα τα ενύπνια μέχρι τότε συμφωνούσαν ως προς το ακριβές σημείο του τάφου. Ανέθεσαν το σκάψιμο στο Δούκα Τσολάκη. Εκείνος όμως συνέχιζε να αμφιβάλλει γιά το υποδεικνυόμενο σημείο. Έσκαψε λίγο και, διαπιστώνοντας ότι το έδαφος εκεί ήταν πετρωμένο, σταμάτησε. "Καλά σας το 'λεγα εγώ ότι δεν μπορεί να υπάρχει τάφος" είπε με σιγουριά πλέον. Κατέβηκαν λοιπόν απογοητευμένοι στο χωριό και στεναχωρημένοι, επειδή θα άρχιζαν πάλι να τους ειρωνεύονται. Πραγματικά, έβλεπαν στην αγορά τον Ράλλη μαζί με τον Τσολάκη και έλεγαν: "Να ο ηγούμενος με τον διάκονο".

Τη νύχτα η Μαρία Τσολάκη είδε στον ύπνο της ότι βρέθηκε στις Καρυές και, λίγο πιο πέρα από το σημείο όπου είχε σκάψει ο άντρας της, πάνω στο μονοπάτι, καθόταν η μαυροφορεμένη γερόντισσα που είχε ξαναδεί και σιγόκλαιγε. "Γιατί, θεία, κλαις; Μήπως έχασες το δρόμο;" την ρώτησε η Μαρία. "Όχι, κόρη μου, δεν έχασα το δρόμο. Κλαίω, γιατί ο άντρας σου σκάλισε λίγο μόνο το χώμα και σταμάτησε χωρίς να σκάψει. Περνάτε και με πατάτε. Σκάψετε να με βγάλετε".

Το ίδιο βράδυ η Βασιλική Ράλλη σε όνειρο της βρέθηκε σ’ ένα δρόμο κοντά στη Μητρόπολη Μυτιλήνης και είδε τον άγιο Ραφαήλ αυστηρό να της φωνάζει "Βασιλική, Βασιλική, γιατί δεν συνεχίσατε το σκάψιμο γιά το μνημείο του αγίου Νικολάου;". Αυτή προσπάθησε να δικαιολογηθή, αλλά ο Άγιος την διέκοψε απότομα. "Εμένα δεν μπορείς να με ξεγελάσεις. Να σκάψετε εξάπαντος. Δεν καταλαβαίνετε ότι η Μητρόπολη και όλος ο κόσμος αυτό το μνημείο περιμένουν γιά να πιστέψουν; Μην απογοητευθήτε. Τρία στρώματα χώμα θα βγάλετε και μετά θα βρεθή ο τάφος".

Αποφάσισαν να ξανασκάψουν στις 13 Ιουνίου. Οι εργάτες που θα έσκαβαν ήταν ο Δούκας Τσολάκης και ο Νίκος Ποδάρας. Ο Άγγελος Ράλλης φοβούμενος τα σχόλια των απίστων, σε περίπτωση που δεν θα βρισκόταν το μνημείο, σκέφθηκε να φύγει εκείνη τη μέρα. "Βασιλική, είπε στη γυναίκα του, αύριο θα πάω στο χωριό μου. Σκάψετε εσείς γιά τον τάφο". Την άλλη μέρα πρωί πρωί έφυγε γιά το χωριό που γεννήθηκε, την Πέτρα της Λέσβου. Αλλά και ο Τσολάκης την παραμονή της ανασκαφής αποφάσισε να μην ανεβή να σκάψει. "Μαρία, μπορεί ο τάφος να υπάρχει, αλλά όχι σε κείνο το σημείο. Εγώ δεν ανεβαίνω να σκάψω, θα κάνω τον άρρωστο. Ας σκάψει μόνο ο Ποδάρας η ας βρουν άλλον εργάτη".

Η γυναίκα του όμως δεν απογοητεύθηκε. "Όλη τη νύχτα προσευχόταν με δάκρυα και θερμή πίστη στο Θεό και Τον παρακαλούσε να φωτίσει τον άντρα της. Καθώς κοιμόταν ο Δούκας, κατά τα μεσάνυχτα, είχε μιάν απροσδόκητη και συγκλονιστική εμπειρία. Χωρίς ο ίδιος να καταλάβει πως, σαν να ήταν μέρα και ανέβαινε στις Καρυές. Στο σημείο που έλεγαν ότι υπήρχε ο τάφος, στο πλάι, κάτω από μιά ελιά βλέπει να κάθεται ένας μικρόσωμος μοναχός με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος. Μπροστά του υπήρχε μαρμάρινο μνημείο με Σταυρό και πάνω στο Σταυρό ακάνθινος στέφανος. Μόλις ο Δούκας τον πρόσεξε, ο μοναχός του μίλησε "Δούκα, είμαι ο διάκονος Νικόλαος. Γιατί αμφιβάλλεις ότι εδώ υπάρχει ο τάφος μου; Ξέχασες τι έπαθες από τον άγιο Ραφαήλ; Χειρότερα θα πάθεις από μένα". Σήκωσε τότε το δεξί χέρι και σχημάτισε το σημείο του Σταυρού πάνω από το μνημείο. "Εδώ να σκάψετε γιά να με βρείτε" πρόσθεσε.

Ο Δούκας ξύπνησε αναστατωμένος. Χίλιες σκέψεις στριφογυρνούσαν στο μυαλό του. Όταν τον ξαναπήρε ο ύπνος, άκουσε και ο ίδιος και η γυναίκα του μια φωνή απέξω που τον καλούσε "Δούκα... Δούκα... Δούκα..., αυτό που σου είπα μην το ξεχάσεις!". Σηκώθηκε, βγήκε έξω, έκανε ένα γύρο, αλλά πουθενά δεν υπήρχε ψυχή στα έρημα καλντερίμια της Θερμής. Έπεσε ξανά στο κρεβάτι, αλλά δεν πρόλαβε να ξανακοιμηθή· ξαφνικά αισθάνθηκε το σπίτι του να ταρακουνιέται συθέμελα, σαν να γινόταν σεισμός. Ήταν τρεις με τέσσερις τα χαράματα· σηκώθηκε και είπε στη γυναίκα του "Φεύγω γιά τις Καρυές, θα σκάβω συνέχεια μέχρι να βρω νερό..." Εκείνη δεν έβρισκε λόγια να ευχαριστήσει τον Θεό, που μ’ αυτόν τον θαυμαστό τρόπο διέλυσε κάθε αμφιβολία του άντρα της τόσο γιά το μέρος που ήταν θαμμένος ο άγιος Νικόλαος, όσο και γιά τα ονόματα των δύο Αγίων, που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν τα πίστευε.

Το ίδιο βράδυ η μητέρα της Μαρίας Τσολάκη, η Ελένη Καραδημητράκη, είδε στον ύπνο της τον θείο της Βασιλικής Ράλλη, που είχε πεθάνει πριν από χρόνια. "Ξημερώνοντας, θα ρθει η κόρη σου να σου πει ότι ανεβαίνει στις Καρυές, θα σκάψουν και θα βρουν αυτήν την εικόνα της Παναγίας κάτω από ένα ανάχωμα" της είπε, δείχνοντας μια στρογγυλή εικόνα της Παναγίας. Το πρωί η Μαρία, πριν ανεβή στις Καρυές, πέρασε από τη μητέρα της. Έμεινε όμως έκπληκτη, γιατί η μητέρα της αντί να της φωνάξει, όπως το συνήθιζε όποτε πήγαινε στις Καρυές, της μίλησε γιά εικόνα της Παναγίας που είχε δει στον υπνο της.

Η Βασιλική Ράλλη όμως είχε μια διαφορετική επίσκεψη. Αποβραδίς είδε στον ύπνο της σαν να βρισκόταν μέσα στο Εκκλησάκι των Καρυών. Προσευχόταν και παρακαλούσε την Παναγία να βρεθή ο τάφος του αγίου Νικολάου, γιά να αποστομωθουν οι άπιστοι. Εκείνη την ώρα άνοιξε η πόρτα, μπήκε μέσα ένας μοναχός και της λέει "Να μην σκάψετε, παιδί μου, αύριο, γιατί θα γίνετε ρεζίλι, δεν πρόκειται να βρείτε τίποτα". "Ποιός είσαι πάτερ;" ρώτησε η Βασιλική, κι αυτός απάντησε "Είμαι ο άγιος Ραφαήλ!". Χαμογέλασε όμως και φάνηκαν δύο σειρές μαύρα δόντια πολύ άσχημα.

Κατάλαβε ότι δεν ήταν ο άγιος Ραφαήλ, αλλά ο αντίδικος, και κάνοντας το σημείο του Σταυρού είπε "Εις το όνομα της αγίας Τριάδος να εξαφανισθής". "Σταυρό μην κάνεις, γιατί θα με σκάσεις" ξεφώνησε απεγνωσμένα ο πονηρός, αλλά η Βασιλική άφοβα συνέχιζε να σταυροκοπιέται και να λέει "Ο Σταυρός, το ακαταμάχητο όπλο του Χριστού μας, θα σε κάψει παμπόνηρε". Τότε το Εκκλησάκι γέμισε με φλόγες που έγλυφαν την Βασιλική χωρίς να την καίνε, ενώ ο πονηρός πήρε το σχήμα του σκύλου και με αποτροπιαστικά ουρλιαχτά έφυγε ταπεινωμένος.

Λίγες μέρες πρίν, η Μαρία Τσολάκη είχε μια παρόμοια εμπειρία. Παρουσιάστηκε στον ύπνο της ένας καβαλάρης και της είπε με στόμφο "Εγώ είμαι ο άγιος Δημήτριος, και ήρθα να σου πω να μη σκάψετε γιά τον τάφο, γιατί δεν πρόκειται να τον βρείτε". Η Μαρία από την πρώτη κιόλας στιγμή ένιωσε μια ταραχή κι ένα περίεργο αίσθημα απέχθειας που ποτέ της δεν είχε ξανανιώσει. Κάτι μέσα της την πληροφορούσε ότι δεν ήταν άγιος αυτός. Του ζήτησε λοιπόν να κάνει το σταυρό του, ενώ σταυροκοπιόταν και η ίδια.

Αυτό ήταν, ο πονηρός έσβησε μέσα σ’ ένα πάταγο. Η Μαρία ξύπνησε τρομαγμένη, αλλά δόξασε το όνομα του Θεού που δεν επέτρεψε να την πλανέψει ο αντίδικος. Όταν ξανακοιμήθηκε, είδε μια μαυροντυμένη γυναίκα που της είπε να μην αμφιβάλλει γιά το μνημείο του αγίου Νικολάου. Την διαβεβαίωσε ότι είναι θέλημα Θεού να σκάψουν στο συγκεκριμένο σημείο, γιατί θα τον βρουν οπωσδήποτε κι αυτό θα είναι τρανή απόδειξη γιά όλη την υπόθεση των Αγίων.

Είναι αξιοπρόσεκτο το γεγονός ότι γιά την αποκάλυψη του παρόντος ιστορικού η Πρόνοια του Θεού επιστράτευσε ανθρώπους με πίστη, απλότητα και ταπείνωση, που θέλησαν να υπηρετήσουν με ειλικρίνεια και φόβο Θεού τους Αγίους. Βρήκε σ’ αυτούς καλό εσωτερικό κόσμο και τους έδωσε διάκριση στις κρίσιμες περιστάσεις, ώστε να ξεχωρίσουν τις αποκαλύψεις του Θεού από τις πλάνες του πονηρού, σαν να είχαν μαθητεύσει γιά χρόνια στην ασκητική παράδοση της Εκκλησίας, θωρακισμένοι με τη Χάρη Του, εξαιτίας της ταπεινοφροσύνης τους, έμειναν σταθεροί και με το όπλο του Σταυρού διέλυσαν τις πανουργίες του πονηρού.

Αλλά και το γεγονός ότι ο αντίδικος μετήλθε πρώτα όλους τους άλλους τρόπους χωρίς αποτέλεσμα, και την έσχατη ώρα επιχείρησε ο ίδιος πλέον να τους παραπλανήσει και να ματαιώσει την ανασκαφή, πρόδιδε την καθοριστική και ανυπολόγιστη σημασία της ευρέσεως του μνημείου. Δεν χωρούσε πλέον άλλη αναβολή, αφού, έστω και με τα αρνητικά αυτά περιστατικά, κατάλαβαν ότι δεν έπρεπε να καθυστερήσουν είχε φθάσει η ώρα γιά την ανεύρεση του αγίου Νικολάου.

Πάνω

Αναμφίβολο καύχημα (η εύρεση του Αγίου Νικολάου)

Η 13η Ιουνίου ήταν μιά καλοκαιρινή ηλιόλουστη μέρα με ανυπόφορη ζέστη. Στον τόπο της ανασκαφής είχαν άνεβή, εκτός από τους δύο εργάτες, η Βασιλική Ράλλη, η μητέρα της Αγγελική Μαραγκού, η Ανθούλα 'Αλατερού και η Μαρία Τσολάκη. Ο Τσολάκης και ο Ποδάρας έσκαβαν μουσκεμένοι στον ιδρώτα. Στίς δώδεκα παρά τέταρτο το μεσημέρι, στο σημείο που η Μαρία Τσολάκη και η Μαρία Δουργκούνα είχαν δει την γερόντισσα να κλαίει, βρήκαν ένα μικρό στρογγυλό μολύβδινο εικόνισμα με μιά οπή στην άκρη σαν να κρεμόταν από αλυσίδα. Από τη μια μεριά είχε ανάγλυφη την εικόνα της Παναγίας και από την άλλη την εικόνα του Ταξιάρχη Μιχαήλ. Η χαρά όλων ήταν απερίγραπτη. Άρχισαν να το ασπάζονται και να σταυρώνονται μ’ αυτό, κι έπειτα το τοποθέτησαν μέσα στο Εκκλησάκι.

Ο Δούκας κατέβηκε στο χωριό και ειδοποίησε τον παπαΕυθύμιο, ο οποίος ανέβηκε και έψαλε την Παράκληση. Σε λίγη ώρα ανέβηκαν και οι αδελφές Δουργκούνα.

Μετά απ’ αυτή τη διακοπή, το σκάψιμο συνεχίσθηκε. Τόσο η κούραση, όσο και ο καυτερός ήλιος έκαναν τους εργάτες να πλέουν στον ιδρώτα. Κατά τις δύο το μεσημέρι ο ουρανός άρχισε να γεμίζει ξαφνικά από σύννεφα. Η λαμπρή καλοκαιρινή ήμερα μεταβλήθηκε σε μελαγχολική φθινοπωρινή. Μια παγωμένη νοτιά, που σηκώθηκε απότομα και λύγιζε τα κλαδιά των δέντρων μέχρι το έδαφος, προμήνυε την μπόρα που θα ξεσπούσε σε λίγο.

Κατά τις τρείς, άρχισαν να πέφτουν οι πρώτες χοντρές σταγόνες βροχής. Ο παπά-Ευθύμιος έφυγε γιά το χωριό. "Βασιλική, σε λίγο θα ξεσπάσει άγρια μπόρα και αναγκαστικά θα πρέπει να σταματήσουμε" είπε ο ένας από τους εργάτες. Εκείνη όμως θυμήθηκε ότι σε ενύπνιο της Μυρσίνης Δουργκούνα ο άγιος Ραφαήλ είχε πεί ότι το μνημείο του αγίου Νικολάου θα το έβρισκαν μια μέρα βροχερή. Από το στόμα της βγήκαν λόγια πίστως "Προς Θεού, παιδιά, μη σταματάτε! θα τον βρούμε, μη σταματάτε!".

Με υπεράνθρωπο, θαρρείς, κουράγιο οι εργάτες εξακολούθησαν να σκάβουν. Μια ολόθερμη προσευχή έβγαινε από την καρδιά όλων "Θεέ μου, αποστόμωσε τους απίστους! Κάνε να βρούμε το μνημείο!". Ήταν τέσσερις παρά τέταρτο, και η βροχή είχε πλέον δυναμώσει.

Η Βασιλική φοβήθηκε πως θα 'πρεπε πια να σταματήσουν. Απεγνωσμένα έτρεξε μέσα στο Εκκλησάκι, και ο πόνος της έγινε θερμή προσευχή με δάκρυα "Παναγία μου, καλύτερα να με έβρισκε μια συγκοπή, να μην κατεβώ στο χωριό άπρακτη". "Σκεπτόμουν, εξομολογείται η ίδια, ότι, εάν δεν βρίσκαμε τον τάφο του αγίου Νικολάου, δεν θα είχαμε πιά το δικαίωμα να ξανασκάψουμε. Ουτε η Αρχαιολογική Υπηρεσία, ούτε η Μητρόπολη θα μας επέτρεπαν να επαναλάβουμε τις ανασκαφές. Αλλά και οι άπιστοι θα χλεύαζαν τους Αγίους και την ιερή υπόθεση των Καρυών".

Ξαφνικά ακούστηκε μιά κραυγή χαράς και συγκινήσεως· "Βασιλική, έλα έξω. Τον βρήκαμε, τον βρήκαμε!" Κάτι σαν ηλεκτρισμός διαπέρασε το κορμί της. "Πετάχτηκα έξω από το Εκκλησάκι και η σκηνή που αντίκρισα θα μου μείνει αξέχαστη ως την τελευταία μου πνοή. Ο λατρευτός μας νεκρός είχε βρεθή. Γύρω από τον τάφο του όλοι, γονατισμένοι επάνω στο λασπωμένο χώμα, έκλαιγαν με λυγμούς". Τι είχε συμβή;

Καθώς έσκαβαν ο Τσολάκης και ο Ποδάρας, βρήκαν δύο μεγάλες πλάκες. Ανοίγοντας το μέρος, παρουσιάσθηκαν και άλλες μικρότερες πλάκες κτισμένες μεταξύ τους, κι έτσι φάνηκε ολόκληρο το μνημείο. Σήκωσαν τότε μια μεγάλη πλάκα και φάνηκε από το άνοιγμα ο σκελετός. Καθώς όμως έβγαζαν τις υπόλοιπες, από απροσεξία έσπασαν το αριστερό πόδι.

Ο σκελετός του Αγίου βρέθηκε όπως ακριβώς τον περιέγραφαν τα ενύπνια· το κεφάλι στηριγμένο ανάμεσα σε δύο πέτρες, άλλη πέτρα άποκάτω γιά προσκέφαλο, ένα κεραμίδι με δύο σταυρούς στο στόμα, τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος. Αλλά και ο τάφος βρέθηκε στο ακριβές σημείο που υποδείκνυναν όλα τα άτομα, σε μεγάλο βάθος. Διακρίνονταν καθαρά τρία στρώματα χώμα. Τέλος, η βροχή την ώρα που βρέθηκε ο Άγιος ήταν άλλη μια επιβεβαίωση των αποκαλύψεων που είχαν προηγηθή.

Η Μυρσίνη Δουργκούνα με τη Βασιλική Ράλλη, σαν νέες μυροφόρες, έτρεξαν γρήγορα στο χωριό, γιά να φέρουν την χαρμόσυνη είδηση. Πήγαν κατευθείαν στην Εκκλησία και ενημέρωσαν τον παπά-Ευθύμιο, όπως είχε υποδείξει ο άγιος Ραφαήλ σε ένα από τα ενύπνια. Ο παπά-Ευθύμιος χτύπησε την καμπάνα, το νέο διαδόθηκε αμέσως απ’ άκρη σ’ άκρη της Θερμής, και πολύς κόσμος μαζί με τον Εφημέριο ανέβηκε στις Καρυές να προσκυνήσει και να βεβαιωθή. Από τους πρώτους κατέφθασε και ο Πρωτοσύγκελλος π. Νικόδημος. Η ανεύρεση του τάφου του αγίου Νικολάου έγινε πλέον το αναμφίβολο καύχημα των πιστών.

[.......................................]

Πάνω

Νέες ανασκαφές

Η εύρεση του τάφου του αγίου Νικολάου ήταν καθοριστικής σημασίας γιά την άγια υπόθεση των νεοφανών Μαρτύρων. Το γεγονός αυτό απετέλεσε το κέντρο βάρους της, την ατράνταχτη απόδειξη της, το σημείο αναφοράς κάθε καλοπροαίρετου αναζητητή της αλήθειας; Γιατί ήταν η πρώτη σημαντική εύρεση με βάση αποκαλυπτικά ενύπνια που τα είδαν επτά διαφορετικά πρόσωπα σε διάστημα ενός εξαμήνου.

Νέες όμως αποκαλύψεις έρχονται να ολοκληρώσουν την ιστορία του ιερού λόφου.

Εύρεση νέου Μάρτυρα

Τέλη Δεκεμβρίου του 1960, η Θερμιώτισσα Κωνσταντίνα Δουγκούρη είδε ότι κάτω από μιά ελιά, στο προαύλιο της μικρής Εκκλησίας των Καρυών υπήρχε τάφος με λείψανα μάρτυρα κι έπρεπε χωρίς καθυστέρηση να σκάψουν εκεί. Η ελιά αυτή ήταν δίπλα στο μνημείο του αγίου Νικολάου.

Στο ίδιο σημείο είδε και η Ακίνδυνα Χατζηαντωνίου, πεθερά του διδασκάλου της Θερμής Ελευθερίου Διγιδίκη, έναν άνδρα ανάμεσα σε μερικά παιδιά κι έψελναν το τροπάριο "Τη ύπερμάχω". Ο ίδιος άνδρας της υπέδειξε να πεί στον γαμπρό της να πιστεύει όσα του λέει ο μαθητής του ο Ψυρούκης.

Ο Κώστας Ψυρούκης έλεγε συχνά στο δάσκαλο του όσα θαυμαστά έβλεπε γιά τους Αγίους και τους άλλους μάρτυρες των Καρυών, αλλά εκείνος αμφέβαλλε.

Τα παραπάνω, καθώς και άλλα ενύπνια που αποκάλυπταν ότι πολλά αντικείμενα κρύβονταν κάτω από τα αγιασμένα χώματα των Καρυών (εικόνα της Θεοτόκου, άλλες εικόνες, εκκλησιαστικά σκεύη, κτίσματα κλπ.) ώθησαν τους ευσεβείς Θερμιώτες να πάρουν μιά άδεια γιά ανασκαφή σε περιορισμένη έκταση. Ήταν καρδιά του χειμώνα, 11 Ιανουαρίου 1961, όταν ανέβηκαν να σκάψουν. Στίς ανασκαφές επιτηρούσε ο τότε αστυνόμος των Παμφίλων  Σταύρος το μικρό του όνομα  που καταγόταν από τη Λήμνο, μαζί με ένα χωροφύλακα. Άρχισαν να σκάβουν από το σημείο που υποδείχθηκε στην Κωνσταντίνα Δουγκούρη.

Εκείνες τις μέρες ο Νίκος Ποδάρας, αυτός πού έσκαψε μαζί με το Δούκα Τσολάκη γιά το μνημείο του αγίου Νικολάου, βρισκόταν σε ένα γειτονικό χωριό, στις Νέες Κυδωνίες. Είδε στον ύπνο του τον άγιο Νικόλαο, ξαπλωμένο στο μνημείο του, και του είπε "Νίκο, να πάς στη Θερμή, γιατί αύριο θα βρουν στο πλευρό μου και τον αδελφό μου". Την επομένη άφησε τη δουλειά του, γύρισε στη Θερμή και διηγήθηκε τι είχε δεί.

Τη δεύτερη μέρα των ανασκαφών, βρήκαν ένα μικρό μέρος από τα τείχη του αρχαίου Μοναστηριού, που προχωρούσαν κάτω από τις ρίζες των ελαιοδένδρων. Βρήκαν επίσης τμήμα από ένα τοίχο της αρχαίας Εκκλησίας, την οποία επικάλυπτε το νεόκτιστο Εκκλησάκι, πολλά πήλινα οικιακά σκεύη και, τέλος, έναν τάφο δίπλα στο μνημείο του αγίου Νικολάου.

Ήταν φτιαγμένος με μια σειρά από μεγάλες πέτρες γύρω γύρω και σκεπασμένος με στενόμακρες πλάκες από πέτρα, κτισμένες μεταξύ τους, όπως και ο τάφος του αγίου Νικολάου. Ανοίγοντας τον, αντίκρισαν ένα κουβαριασμένο σκελετό, με το κρανίο χωμένο ανάμεσα στα σκέλη και τα χέρια σταυρωμένα επάνω στο κεφάλι. Στο στόμα είχε ένα κεραμίδι με ένα βυζαντινό σταυρό χαραγμένο, θέαμα ανατριχιαστικό και μυστηριώδες, που έκανε τον αστυνόμο να γονατίσει και να πεί "Κακομοίρη μου, σε κλαίω, στα χάλια που σε βρήκαμε. Ποιος ξέρει τι φρικτά μαρτύρια έπαθες και τι πόνους τράβηξες!". Η ώρα όμως ήταν ήδη περασμένη, και γι’ αυτό έφυγαν, αφήνοντας τον σκελετό όπως τον βρήκαν.

Το ίδιο βράδυ ο Κώστας Ψυρούκης είδε σε όνειρο ότι βρέθηκε στο Εκκλησάκι, όπου προσευχόταν ένας άγνωστος άνδρας. "Κώστα, είμαι ο διδάσκαλος του χωριού, του είπε. Ο τάφος που βρέθηκε χθες είναι δικός μου. Όταν πριόνισαν τον άγιο Ραφαήλ, με έσφαξαν κι εμένα και έβαλαν το κεφάλι μου ανάμεσα στα πόδια. Έτσι κουβαριασμένο και παγωμένο καθώς με βρήκαν οι Χριστιανοί, με έθαψαν δίπλα στον άγιο Νικόλαο. Να πείς πως πρέπει πια να μαζέψουν τα κόκκαλα μου".

Τον σκελετό τον άφησαν όπως τον βρήκαν γιά αρκετές μέρες. Πλήθος κόσμου ανέβηκε στις Καρυές και έμειναν άναυδοι από αυτό που αντίκρισαν. Μια νύχτα έπεσε δυνατή βροχή κι αμέσως μετά έκανε παγωνιά· το νερό μέσα στον τάφο πάγωσε και "ύφανε" κρυστάλλινο σάβανο γύρω από τα οστά. Όταν πήγαν να τα μαζέψουν, τα έβγαλαν κομματιασμένα μέσα από τους πάγους.

Εκείνες τις μέρες η Μαρία Τσολάκη είδε σε ενύπνιο μια μαυροφόρα γυναίκα και της είπε· "Ο νεκρός που βρήκατε, να ξέρατε τι μαρτύρια τράβηξε εκεί πάνω, η καρδιά σας θα ράγιζε. Αυτός δεν ήταν καλόγερος, αλλά ήταν ο διδάσκαλος του χωριού που μαρτύρησε μαζί με τους καλογήρους".

Μιά άλλη νύχτα είδε ο Ψυρούκης πως βρέθηκε μαζί με μερικούς φίλους του σ’ ένα εξοχικό σπίτι κι εκεί συζητούσαν γιά το μνήμα που είχαν βρεί. "Ψέμματα είναι όλα αυτά" είπε κάποιος απ’ αυτούς. Την ίδια στιγμή άκουσαν ένα δυνατό κτύπημα στην πόρτα και μιά φωνή που τους έλεγε· "Ποιό μνημείο κατηγορείτε; Αυτός είναι ο διδάσκαλος του χωριού, και το όνομα του είναι Θεόδωρος".

[.......................................]

Αρχές Οκτωβρίου του 1959, η Βασιλική Ράλλη είδε στον ύπνο της τον άγιο Ραφαήλ ντυμένο μεγαλοπρεπέστατα με μαύρα λαμπερά ράσα, επανωκαλύμμαυχο και επιστήθιο σταυρό. "Ήρθα να συμπληρώσω την ιστορία μου" της είπε και της ανέφερε συνοπτικά πως έφυγε από την ακτή της σημερινής Αλεξανδρουπόλεως και έφθασε στη Λέσβο και ποιο ήταν το μαρτυρικό του τέλος.

Την ίδια στιγμή η Βασιλική σαν μέσα από ένα φακό άρχισε να βλέπει σαν κινηματογραφική ταινία τη φυγή του Αγίου. Ένα πλοιάριο της εποχής εκείνης ασφυκτικά γεμάτο τον μετέφερε μακριά από τον κίνδυνο των Τούρκων. Στα πρόσωπα όλων ήταν ζωγραφισμένος ο τρόμος και η αγωνία. Ανάμεσα στο πλήθος ήταν δύο μοναχοί. Ο ένας, μεγαλόσωμος, με τα μεγάλα γαλανά του μάτια προσηλωμένα στον ουρανό, όρθιος, έδινε κουράγιο στους άλλους. Δίπλα του ο άλλος, αδύνατος και μικροκαμωμένος, έσφιγγε στην αγκαλιά του μιά εικόνα της Παναγίας. Ήταν ο άγιος Ραφαήλ με τον άγιο Νικόλαο.

Αποβιβάσθηκαν στην παραλία της Θερμής και αναζήτησαν κάποιο μέρος γιά να μονάσουν. Στο χωριό γνωρίσθηκαν με τον προεστό Βασίλειο και τον δάσκαλο Θεόδωρο, όπως φανερώθηκε σε ενύπνιο της Μαρίας Τσολάκη στις 14 Μαρτίου 1961. Αυτή τη νύχτα είδε στον ύπνο της ότι στεκόταν στην πόρτα του σπιτιού της και συνομιλούσε με μιά άγνωστη μαυροντυμένη γυναίκα. Ήταν βράδυ, αλλά είχε αστροφεγγιά.

Εκείνη τη στιγμή πέρασαν από μπροστά τους με βιαστικό βήμα δύο μοναχοί με σκονισμένα ράσα και δύο λαικοί κι ανηφόρισαν το δρόμο που οδηγεί στις Καρυές. "Ποιοί είναι αυτοί;" ρώτησε η Μαρία και η μαυροφορεμένη γυναίκα της απάντησε: "Ο άγιος Ραφαήλ κι ο άγιος Νικόλαος μαζί με τον προεστό Βασίλειο και τον διδάσκαλο Θεόδωρο. Σαν σήμερα ακριβώς ήρθαν πρόσφυγες οι καλόγηροι, και ο προεστός με τον δάσκαλο τους ανέβασαν στο Μοναστήρι. Από τότε είχαν αδελφική φιλία και ανέβαιναν τακτικά στο Μοναστήρι".

[.......................................]

Πάνω

"Σφαγιασθέντες ώσπερ άρνες"

Πέρασαν έτσι εννιά περίπου χρόνια από τότε που ήρθαν οι Άγιοι στη Λέσβο και εγκαταστάθηκαν στο Μοναστήρι της Παναγίας. Το φθινόπωρο του 1462, μετά από πολιορκία δεκατεσσάρων ημερών, οι Τούρκοι κυρίευσαν τη Μυτιλήνη και ολόκληρο το νησί. Κατέστρεψαν, τότε, όλα τα Μοναστήρια της Λέσβου. Εγκαταστάθηκαν ασφαλώς και στη Θερμή, αλλά σύμφωνα με τις πληροφορίες των αποκαλυπτικών ενυπνίων  δεν πείραξαν τότε το Μοναστήρι των Καρυών.

Ωστόσο, από την πρώτη κιόλας στιγμή, ήταν τυραννικοί απέναντι στους Χριστιανούς. "Υποφέραμε πολύ" αποκάλυψε ο ίδιος ο άγιος Ραφαήλ στη Βασιλική Ράλλη σε ένα ενύπνιο το Μάρτιο του 1960. "Μαζί μας υπέφεραν και πολλοί χριστιανοί εξαιτίας ενός γερμανού γιατρού φίλου των Τούρκων, που τους υποκινούσε διαρκώς εναντίον μας, και μας καταπίεζαν ονομαζόταν ντόκτορ Σβάιτσερ".

Όπως φανερώθηκε λίγες μέρες αργότερα σε ένα άλλο ενύπνιο της Βασιλικής Ράλλη, οι Χριστιανοί ταλαιπωρημένοι από την τουρκική καταπίεση, έκαναν μιά ανταρσία και πολλοί βγήκαν στα βουνά. Οι Τούρκοι υποψιάσθηκαν τότε πως είχαν γιά κρησφύγετο το Μοναστήρι.

Γιά να καταπνίξουν την ανταρσία, κάλεσαν ενισχύσεις από την απέναντι περιοχή της Μικρασίας. "Εμάς δεν μας έσφαξαν οι Τούρκοι που κάθονταν στό χωριό, αλλά ξένοι Τούρκοι που ήρθαν από τη Μικρά Ασία μ’ ένα καίκι" είπε η αγία Ειρήνη στον Κώστα Κανέλλο σε ένα ενύπνιο στις 2 Δεκεμβρίου 1961. "Μόλις μάθαμε ότι ένα καίκι γεμάτο Τούρκους άραξε στο λιμάνι του χωριού μας, τρέξαμε αμέσως στο Μοναστήρι να κρυφθούμε και να ειδοποιήσουμε και τους καλογήρους. Ο δάσκαλος μας ειδοποίησε πρώτος και ανέβηκε κι αυτός μαζί μας".

Στίς 9 Μαίου 1961 ο Παναγιώτης Μπάκας, ένας από τους εργάτες που δούλευαν στις ανασκαφές, είδε στον ύπνο του ότι βρέθηκε στις Καρυές. Το μέρος ήταν διαφορετικό απ’ ό,τι είναι σήμερα· υπήρχε ένα Μοναστήρι περασμένης εποχής και γύρω γύρω δάσος. Ο ίδιος βρισκόταν από το πίσω μέρος και ξαφνικά άκουσε φωνές και αναταραχή από τη μεριά της εισόδου.

Προχώρησε με προφύλαξη προς τα εκεί και αντίκρισε μιά συνταρακτική σκηνή. Κάτι Τούρκοι με αρχαίες φορεσιές και σαρίκια στο κεφάλι είχαν καταγής τον άγιο Ραφαήλ και τον κτυπούσαν, τον έβριζαν, χωρίς όμως να καταλαβαίνει τι έλεγαν. Σε μιά στιγμή ο Άγιος σηκώθηκε όρθιος, τράβηξε από το λαιμό του ένα μεγάλο Σταυρό που φορούσε και τους είπε "Εμείς αυτόν προσκυνούμε και ποτέ δεν θα τον εγκαταλείψουμε". Τότε εκείνοι άρχισαν να τον τραβούν από τα γένια και να τον σέρνουν στη γη.

Ένα ακόμη ενύπνιο της Βασιλικής Ράλλη τον Ιανουάριο του 1960 έρχεται να συμπληρώσει τις λεπτομέρειες του μαρτυρίου. Είδε τον άγιο Ραφαήλ να συνομιλεί με τον Μητροπολίτη Μυτιλήνης και να του διηγείται: "Οι Τούρκοι μου έκαναν πολλά μαρτύρια. Πρώτα με χτύπησαν με τα ρόπαλα τους και με έριξαν κάτω παράλυτο. Έπειτα με κεντούσαν με τα κοντάρια τους, με τραβούσαν από τα γένια και με έσερναν καταγής. Ύστερα με έδεσαν σε μια καρυδιά και με χτυπούσαν απάνθρωπα επί ένα εικοσιτετράωρο".

"Όταν με βασάνιζαν, είπα "θα αντέξω τα πάντα γιά το θέλημα του Κυρίου, μέχρι την τελευταία μου πνοή". Κρεμασμένος έβλεπα που κλωτσούσαν και κτυπούσαν τους άλλους καλογήρους, αλλά έλεγα "Εδώ, στον αγώνα μέχρι την τελευταία μου πνοή". Γι αυτό είχα και έχω αυτές τις δυνάμεις" φανέρωσε σε ενύπνιο της Μαρίας Τσολάκη. Σε ένα άλλο ενύπνιο, τον Ιανουάριο του 1960, ο Άγιος της παρουσίασε σε αναπαράσταση τα μαρτύρια του.

Της έδειξε ένα σημείο κοντά στο Εκκλησάκι και της είπε: "Από εδώ με έσερναν από τα γένια και με κτυπούσαν. Με κατέβαζαν έως κάτω και πάλι με ανέβαζαν επάνω και με ξανακατέβαζαν, σέρνοντας με στις πέτρες που είχαν βαφή κόκκινες από το αίμα μου. Έπειτα με κρέμασαν ανάποδα είκοσιτέσσερις ώρες σ’ αυτήν την καρυδιά. Σ’ αυτό το δέντρο τελούσαμε κάθε χρόνο την Ανάσταση. Στο τέλος με πριόνισαν μέσα στο στόμα και με αποκεφάλισαν". "Ήμουν τότε πενηντατριών ετών" της είπε σε όνειρο ένα χρόνο αργότερα, τον Απρίλιο του 1961.

[.......................................]

Πάνω

"Οι συναθλήσαντες θεοφρόνως"

Την Άνοιξη του 1960 σε πολλά ενύπνια αποκαλύφθηκε ότι πάνω στις Καρυές μαρτύρησαν και άλλα πρόσωπα. Όπως έχουμε δει, εξαιτίας της επιδρομής των Τούρκων κατέφυγαν στο Μοναστήρι ο δάσκαλος του χωριού Θεόδωρος και ο προεστός Βασίλειος με την οικογένεια του.

Η Βασιλική Ράλλη στις 7 Μαίου 1961 είδε ότι βρέθηκε στις Καρυές, όπου ήταν πολλά παιδιά και έπαιζαν. Της έκανε εντύπωση ένα χαμογελαστό κοριτσάκι περίπου δώδεκα χρονών και το ρώτησε "Τίνος είσαι, καλέ;". "Η Ρηνούλα είμαι που με βασάνισαν εδώ οι Τούρκοι" της αποκρίθηκε. Η Βασιλική αμέσως το άγκάλιασε και άρχισε να το φιλά. Την αγκάλιασε κι εκείνο και της έλεγε με δάκρυα στα μάτια: "Να ξέρατε τι υποφέραμε όλοι! Να ξέρατε τι μαρτύρια μας έκαναν οι Τούρκοι! Εμένα, μπροστά στους γονείς μου, μου έριχναν βραστό νερό μέσα στο στόμα, αλλά ο πατέρας μου δεν πρόδωσε τους Έλληνες. Έκλαιγε μόνο, που έβλεπε να με βασανίζουν και η μητέρα μου φώναζε σπαρακτικά".

Στις 3 Οκτωβρίου 1961 η Μαρία Τσολακη είδε ότι ήταν στις Καρυές και κοντά στο κιούπι της αγίας Ειρήνης στεκόταν μια όμορφη γυναίκα, λίγο ψηλή και παχειά, γύρω στα σαράντα. Γυρίζει και της λέει: "Ξέρεις ποιά είμαι εγώ; Είμαι η μητέρα της Ειρήνης. Το όνομα μου είναι Μαρία. Να ήξερες τι υποφέραμε από τους Τούρκους! Όταν μας συνέλαβαν εδώ που είχαμε ανεβή να κρυφτούμε, πρώτα άρχισαν να βασανίζουν τη Ρηνούλα μου μπροστά στα μάτια όλων.

Άρπαξαν και το βρέφος, το μικρό Ραφαήλ που σήκωνα στην αγκαλιά μου, το πέταξαν κάτω και το τσαλαπάτησαν με τα πόδια τους. Το σκότωσαν μπροστά στα μάτια μου. Από τον πόνο μου παραφρόνησα, φώναζα και ορμούσα να το πάρω. Με έδεσαν τότε σ’ ένα δένδρο και με υποχρέωσαν μ’ αυτόν τον τρόπο να παρακολουθήσω το μαρτύριο των παιδιών μου. Δεν άντεξα όμως, παρόλο που έκλεινα τα μάτια μου να μη βλέπω ενώ βασάνιζαν τη Ρηνούλα μου, απελπίστηκα πάρα πολύ και μου ήλθε συγκοπή. Εγώ δεν μαρτύρησα, αλλά ο άνδρας μου τράβηξε πολλά μαρτύρια".

[.......................................]

Πάνω

Η μυσταγωγία των Αγίων

Το ίδιο βράδυ μετά την εύρεση, αγρύπνησαν στις Καρυές ο Δούκας Τσολάκης, ο Θεοχάρης Κυριλής, ο Νικόλαος Φύκιας, ο Ευστράτιος Πλιάκας, ο Ζαχαρίας Παφλιώτης, η Βιργινία Αδάμ, η Μαρία Κουνέλη, η εγγονή της Αγγελική Κουνέλη και η Μαρία Τσολάκη με τα παιδιά της Μένη, Παναγιώτη, Δημήτρη και Μανώλη. Είχαν αποφασίσει να μείνουν μέχρι το Δεκαπενταύγουστο εκεί πάνω, να "δεκαπεντίσουν" όπως λένε στη Λέσβο, τιμώντας την Παναγία, θα ήταν 9 το βράδυ, όταν ο Κυριλής μαζί με τον Μανωλάκη βρίσκονταν λίγο πιο πέρα από το Εκκλησάκι. Ξαφνικά το παιδί λέει στον Κυριλή "Γιά δες δύο παπάδες που ήρθαν".

Ήταν πραγματικά δύο κληρικοί, ένας μεγαλόσωμος και ένας κοντός. Από αμηχανία ο Κυριλής φώναξε τη μητέρα του μικρού, τη Μαρία. Εκείνη ανυποψίαστη πλησίασε, έφθασε μπροστά στο Εκκλησάκι και, μόλις τους είδε, αναγνώρισε ότι ήταν οι Άγιοι και άρχισε να φωνάζει "Τρέξτε! Οι Άγιοι! Οι Άγιοι!". Πλησίασαν όλοι σε απόσταση δέκα μέτρων, γονάτισαν με δάκρυα και έλεγαν ό,τι προσευχή ήξεραν. Τότε είδαν πάλι ένα ύπερκόσμιο φως, μέσα στη λάμψη του οποίου διακρίνονταν καθαρά τα πάντα. Οι Άγιοι μπήκαν στο Εκκλησάκι και μονομιάς εμφανίσθηκαν με άμφια.

Ο άγιος Ραφαήλ φορούσε λευκό φαιλόνιο με θαλασσί σειρήτια και σταυρό και μπλε επιτραχήλιο, κι ο άγιος Νικόλαος φορούσε θαλασσί διακονική στολή με χρυσαφί σειρήτια. Κάποια στιγμή, ο άγιος Νικόλαος βγήκε και θύμιασε, βαστώντας στον αριστερό του ώμο μια μικρή εκκλησία. Μετά, φαινόταν μόνο ο άγιος Ραφαήλ. Έβγαινε έξω, σκύβοντας μάλιστα γιά να περάσει από τη χαμηλή είσοδο· ευλογούσε, έκανε υπόκλιση κι έπειτα έμπαινε πάλι μέσα και στεκόταν μπροστά στις λειψανοθήκες, όπου είχαν τοποθετήσει το εγκόλπιο του Παντοκράτορος. Στην Αγία Τράπεζα ήταν ανοιχτό ένα λειτουργικό βιβλίο. Γύρω στα μεσάνυχτα χάθηκαν οι Άγιοι.

Διαπίστωσαν τότε ότι τα καντήλια είχαν σβήσει, και ο Τσολάκης μαζί με τον Πλιάκα και τον Κυριλή πήγαν και τα άναψαν. Ύστερα όλοι προχώρησαν πιο πέρα σε κάτι πρόχειρες σκηνές που είχαν στήσει γιά να μένουν εκείνες τις μέρες. Καθώς πήγαιναν, η Μαρία Τσολάκη και ο Πλιάκας άκουσαν βήματα και είδαν λίγο πιο μακριά δύο σκιές να προχωρούν προς την Εκκλησία. Φώναξαν τότε στον Δούκα που είχε μείνει πιο πίσω, κι εκείνος στρέφοντας το βλέμμα του βλέπει ξανά τους δύο Αγίους και μαζί την αγία Ειρήνη. "Παιδιά, τους φωνάζει, ελάτε από κοντά να δείτε που ήρθε και η Ρηνούλα". Ξαναγύρισαν όλοι και βλέπουν την Αγία έξω από το Εκκλησάκι.

Η μορφή της έλαμπε και φαίνονταν ολοκάθαρα τα χαρακτηριστικά της. Το πρόσωπο της ήταν κατάλευκο με λίγες φακίδες, τα μαλιά της χωρίστρα στη μέση, κατέληγαν σε δύο ξανθές πλεξούδες ριγμένες μπροστά. Φορούσε ένα μακρύ κίτρινο φόρεμα, που έφθανε έως κάτω. Σήκωνε τα χέρια και προσευχόταν, μετά έκανε τον σταυρό της, τα σταύρωνε στο στήθος, γονάτιζε και τους κοίταζε κατάματα ένανεναν. Οι άλλοι δύο Άγιοι, ιεροφορεμένοι όπως και πρίν, συνέχισαν την Ακολουθία. Ο άγιος Νικόλαος με το ένα χέρι βαστούσε τρικέρι και με το άλλο την άκρη από το ωράριο.

Ο άγιος Ραφαήλ έβγαινε και θυμίαζε, άλλοτε ευλογούσε κι άλλοτε πάλι ύψωνε τα χέρια και το βλέμμα του στον ουρανό, έκανε υπόκλιση και έμπαινε μέσα στο Εκκλησάκι. Τις δύο-τρείς φορές που βγήκε έξω, πλησίαζε κοντά του η Αγία προσευχόμενη με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, χωρίς να μπαίνει μέσα στο Εκκλησάκι. Γύρω στις τρεις το πρωί, εμφανίσθηκε ένα πλήθος μοναχών. Ο άγιος Ραφαήλ μπροστά θυμιάζοντας και οι μοναχοί από πίσω σε δύο σειρές, έκαναν τρείς φορές λιτανεία γύρω από το Εκκλησάκι κι έπειτα όλοι χάθηκαν μέσα στα ερείπια.

[.......................................]

Πάνω

Κι άλλο μαρτυρικό λείψανο

Ενώ όλοι πίστευαν ότι η αποκάλυψη της ιστορίας του λόφου των Καρυών είχε ολοκληρωθή και νέα περίοδος άρχιζε γι’ αυτόν τον τόπο με τις προετοιμασίες γιά την θεμελίωση της Εκκλησίας, από την αρχή κυρίως του 1962 γίνονται νέες αποκαλύψεις που επισφραγίζονται αργότερα με νέα ευρήματα.

Στα μέσα Ιανουαρίου 1962, ο εφημέριος των Πύργων π. Παχώμιος είδε στον ύπνο του πως βρέθηκε στο Ναό της Παναγίας της Τρουλωτής και είδε να μπαίνουν η αγία Ειρήνη και μια νέα στην ηλικία μοναχή με ένα σταυρό κρεμασμένο στο στήθος. "Έρχομαι από τις Καρυές και το όνομα μου είναι Ολυμπία" του είπε. Ξύπνησε και αναρωτιόταν τι γύρευε η μοναχή στις Καρυές, αφού το Μοναστήρι ήταν ανδρικό.

Μια μέρα που συναντήθηκε με τη Βασιλική Ράλλη, της μίλησε γι’ αυτό το ανεξήγητο όνειρο. Τότε του είπε κι εκείνη ένα όνειρο που είχε δεί τον Σεπτέμβριο της προηγούμενης χρονιάς. Είδε ένα κοριτσάκι που έμοιαζε στην αγία Ειρήνη, το όποίο της αποκάλυψε την ιστορία του άρχαίου Μοναστηριού. "Το Μοναστήρι των Καρυών όταν πρωτοκτίσθηκε, ήταν γυναικεία Μονή. Μια νύχτα όμως, έκαναν επιδρομή κακούργοι αλλόφυλοι και κακοποίησαν τις μοναχές. Άλλες έσφαξαν, γιατί αντιστάθηκαν, και άλλες τρελάθηκαν από την απελπισία τους και πήραν τα βουνά. Μετά απ’ αυτό, δεν τόλμησαν πια να ξαναμείνουν γυναίκες στο Μοναστήρι, κι έγινε ανδρική Μονή".

Ένα μήνα αργότερα, στις 13 Φεβρουαρίου 1962, ο Ζαχαρίας Παφλιώτης είδε στον ύπνο του τον άγιο Ραφαήλ, ο οποίος τον κάλεσε να ανεβή μαζί του στις Καρυές. Όταν έφθασαν, αντίκρισε ένα άγνωστο Μοναστήρι με μεγάλη είσοδο, μια βυζαντινή Εκκλησία στο μέσον και δεκαοκτώ κελλιά. "Όπως το βλέπεις, έτσι θέλω να κτισθή" του είπε ο Άγιος και τον οδήγησε στο τελευταίο κελλί, όπου καθόταν μιά μοναχή, νέα στην ηλικία. "Προχώρησε τώρα να σου μιλήσει κι εκείνη" του είπε ο Άγιος και χάθηκε. "Παιδί μου, ονομάζομαι Ολυμπία μοναχή, και μιά μέρα θα σου πω όλη μου την ιστορία". Μ’ αυτά τα λόγια έβγαλε τον επιστήθιο σταυρό της, του τον φόρεσε και συνέχισε· "Αυτός ο σταυρός σώζεται και μια μέρα θα βρεθή". Πίσω από τον σταυρό ήταν γραμμένο το όνομα της.

Ο Παφλιώτης άρχισε να νηστεύει και να προσεύχεται γιά να αξιωθή να μάθει την ιστορία της Μοναχής, όπως του το είχε υποσχεθή. Στις 16 Φεβρουαρίου ξημερώματα ξαναπαρουσιάσθηκε στον ύπνο του. "Παιδί μου, του είπε, ήρθε η ώρα να μάθεις την Ιστορία μου. Είμαι η Ολυμπία η μοναχή. Κατάγομαι από την Πελοπόννησο και δέκα χρονών έχασα τους γονείς μου. ^Ηρθα τότε στο Μοναστήρι των Καρυών, που ήταν γυναικείο, με ηγουμένη τη θεία μου Δωροθέα. Στα δεκαεννιά μου χρόνια έλαβα το μοναχικό σχήμα και εικοσιπέντε χρονών έγινα ηγουμένη.

Στίς 11 Μαίου 1235 ανέβηκαν στο Μοναστήρι μας κακούργοι πειρατές. Είμασταν τότε τριάντα μοναχές. Οι πειρατές άλλες ατίμασαν, ενώ άλλες πρόλαβαν και έφυγαν στα βουνά. Εγώ όμως με την αδελφή Ευφροσύνη υποφέραμε τα πιό πολλά μαρτύρια. Εγώ έμεινα σαν ηγουμένη, κι εκείνη, επειδή ήταν πολύ γριά και δεν μπορούσε να περπατήσει. Την κρέμασαν σ’ ένα δέντρο και την έκαψαν, την έκαναν στάχτη. Εμένα με αναμμένες λαμπάδες μου έκαιγαν τις σάρκες. Έπειτα πύρωσαν μια σιδερένια βέργα, την έβαλαν από το ένα μου αφτί και την έβγαλαν από το άλλο. Δεν μπόρεσα να αντέξω άλλα μαρτύρια και παρέδωσα το πνεύμα μου στον Κύριο στις 11 Μαίου 1235".

Ο Παφλιώτης είχε μια αμφιβολία γιά τη χρονολογία και νόμιζε πως του είπε 1435. Ξαναείδε όμως στον ύπνο του την μοναχή Όλυμπία, η οποία του υπέδειξε· "Θα χρησιμοποιείς τα δάκτυλα του χεριού σου. Ένα, δύο, τρία, θα αφαιρείς το τέσσερα, πέντε".

Πέρασαν αρκετοί μήνες μέχρι να δοθή συνέχεια σ’ αυτές τις αποκαλύψεις. Τον Ιούλιο του 1962 ο Κώστας Κανέλλος είδε στον ύπνο του πως βρέθηκε στις Καρυές και από το πρόχειρο Εκκλησάκι ακουγόταν ψαλμωδία. Εκείνος όμως προχώρησε γιά να προσευχηθή μέσα στα ερείπια της αρχαίας Εκκλησίας. Είδε τότε από τα δεξιά μια μοναχή ξαπλωμένη κάτω, με κλειστά τα μάτια και τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος. Ο Κανέλλος γονάτισε και προσπάθησε να την ανασηκώσει. Αμέσως εκείνη άνοιξε τα μάτια της, τον κοίταξε χαμογελαστή κι έπειτα σηκώθηκε όρθια και του είπε "Τι θέλεις, Κώστα, να σου κάνω γιά το καλό που μου έκανες;" "Δεν θέλω τίποτε. Μόνο δείξε μου, σε παρακαλώ, που είναι η εικόνα της Παναγίας" της αποκρίθηκε. "Να, εδώ θέλω να σκάψετε, Κώστα" του είπε η μοναχή δείχνοντας του ένα σημείο προς την δεξιά αψίδα του Ιερού.

Διηγήθηκε το όνειρο του, αλλά βρέθηκαν σε δίλημμα· αν έσκαβαν σ’ εκείνο το σημείο, θα έπρεπε να χαλάσουν το δάπεδο της αρχαίας Εκκλησίας. Τελικά όμως αναγκάσθηκαν να το χαλάσουν, γιατί έπρεπε να υποστυλωθή σε στερεό έδαφος η Εκκλησία που επρόκειτο να θεμελιωθή. Με την ευκαιρία αυτή αποφάσισαν να σκάψουν και εκεί. Όταν τέλη Αυγούστου 1962. Το σκάψιμο το ανέλαβαν ο Κανέλλος, ο Δούκας Τσολάκης και ο Απόστολος Βέτσος. Σε βάθος πολύ πιο μεγάλο από εκείνο όπου είχαν βρεθή τα μνήματα των νεοφανών Μαρτύρων, βρέθηκε νέος τάφος.

Μόλις τον άνοιξαν, την έκπληξη τους την διαδέχθηκε τρόμος. Ανάμεσα στα οστά υπήρχαν κάτι μεγάλα καρφιά σκουριασμένα με μεγάλες κεφαλές, παλιάς εποχής. Συλλέγοντας τα μισολυωμένα λείψανα, μέτρησαν τριανταπέντε καρφιά. Το κρανίο ήταν γεμάτο χώματα και ριζίδια. Μόλις επιχείρησαν να το καθαρίσουν, με φρίκη διαπίστωσαν ότι στο μέρος των κροτάφων ήταν καρφωμένα δύο μεγαλύτερα καρφιά. Άλλο ένα ήταν καρφωμένο από τη μεριά της κάτω σιαγόνος. Βγάζοντας τα, θρυμματίσθηκε το κρανίο.

Την ίδια νύχτα η Θερμιώτισσα Ανθούλα Αλατερού είδε στον ύπνο της ότι πήγε στο Εκκλησάκι των Καρυών, κι εκεί μερικές μοναχές έψαλλαν την Παράκληση της Παναγίας. Έπειτα, άρχισαν να πλένουν με πολύ σεβασμό τα ευρεθέντα λείψανα και τα καρφιά σε μια λεκάνη με νερό από το Αγίασμα. Η Ανθούλα πλησίασε και ζήτησε να βοηθήσει. Ξαφνικά άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα ένας μεγαλόσωμος κληρικός με επιβλητικό παρουσιαστικό. Οι μοναχές στάθηκαν με σεβασμό και είπαν σιγανά μεταξύ τους "Ο άγιος Ραφαήλ".

Ο Άγιος πήρε στα χέρια του το θρυμματισμένο κρανίο, συναρμολόγησε τα κομμάτια και τα συγκράτησε με μια ταινία. Ύστερα έβγαλε μια γιρλάντα από το ράσο του, την έβαλε σαν φωτοστέφανο γύρω από το κεφάλι και το κοίταξε με ιδιαίτερη συγκίνηση. "Άγιε Ραφαήλ, τίνος είναι τα αγιασμένα οστά;" ρώτησε η Αλατερού. "Είναι της Ολυμπίας τα λείψανα, που βρέθηκαν με τα καρφιά" της απάντησε.

Τα λείψανα της Αγίας τα έπλυναν η Βασιλική Ράλλη με τη Μαρία Δουργκούνα και τα έβαλαν μαζί με τα καρφιά σε ένα κιβώτιο. Τη νύχτα η Βασιλική είδε στο όνειρο της την Οσιομάρτυρα, νέα μετρίου αναστήματος, με χλωμό πρόσωπο, και της είπε με βουρκωμένα μάτια "Δικά μου είναι τα οστά που πλύνατε με την Μαρία. Κι αν ήξερες τι σφαγή και τι μαρτύρια τραβήξαμε εδώ πάνω, θα σπάραζε η καρδιά σου!"

Η Μυρσίνη Δουργκούνα είδε σε ενύπνιο την Παναγία δίπλα στο πιθάρι της αγίας Ειρήνης και της είπε: "Μην αμφιβάλλετε ότι ο τάφος με τα καρφιά είναι της μάρτυρος Ολυμπίας. Άκουσε πως έγινε το μαρτύριο της. Αφού την βασάνισαν πολύ οι πειρατές, την κάρφωσαν πάνω σε ένα θυρόφυλλο από την πόρτα του αρχαίου Μοναστηριού. Όταν την έθαψαν οι χριστιανοί, δεν την ξεκάρφωσαν από το σανίδι, γιά να μην κομματιασθή το σώμα της. Έλυωσε το σανίδι και έμειναν τα καρφιά· γι’ αυτό βρέθηκαν ανακατωμένα με τα οστά της".

Εκείνες τις μέρες ξαναείδε την Αγία στον ύπνο του ο Ζαχαρίας Παφλιώτης. "Ζαχαρία, του είπε, θα σου συμπληρώσω την ιστορία μου. Η καταγωγή της μητέρας μου ήταν από την Πόλη. Ήταν κόρη ιερέως. Είχε κι άλλες τρείς αδελφές κι ένα αδελφό, που έγινε αρχιμανδρίτης. Η μια της αδελφή, η Δωροθέα, με την κατήχηση του παππού μου έγινε μοναχή και πήγε στο Μοναστήρι των Καρυών, όπου έγινε ηγουμένη. Η μητέρα μου και οι άλλες δύο αδελφές της παντρεύτηκαν. Ο πατέρας μου έγινε ιερεύς και έζησαν στην Πελοπόννησο, όπου και γεννήθηκα. Μετά τον θάνατο του πατέρα μου, από τη λύπη της πέθανε και η μητέρα μου, κι έμεινα ολομόναχη ορφανή. Τότε με έστειλαν στις Καρυές, στη θεία μου τη Δωροθέα. Μετά το θάνατο της έγινα εγώ ηγουμένη του Μοναστηριού".

[.......................................]